Gordon Willis & Francis Ford Coppola: Δημιουργώντας στο σκοτάδι
| O Νονός - Σκηνοθεσία Francis Ford Coppola , Φωτογραφία Gordon Willis - O Marlon Brando ως Don Vito |
Η ταινία ο Νονός ξεκινάει σχεδόν μέσα στο σκοτάδι. Πριν προλάβουμε να δούμε καλά τον Don Vito Corleone, έναν άντρα μπροστά στην κάμερα με το πρόσωπο ελάχιστα φωτισμένο ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα γίνεται ένας γάμος με πολύ κέφι, μουσική και χορό.
Υπάρχει ένα σκοτεινό δωμάτιο που κατοικεί μια ανυπέρβλητή και σκοτεινή εξουσία και ένας εξωτερικός χώρος που εξελίσσεται η κανονική ζωή. Ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους υπάρχει μια πόρτα που τους χωρίζει.
Δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή αρχή. Είναι, ουσιαστικά, το πρώτο πράγμα που μας λέει η ταινία για το πώς πρόκειται να τη δούμε.
Πίσω λοιπόν από αυτή την εικόνα βρίσκεται ο διευθυντής φωτογραφίας Gordon Willis ενώ ο σκηνοθέτης Francis Ford Coppola είναι αυτός που παίρνει την απόφαση να γίνει αυτή η εικόνα η γλώσσα ολόκληρης της ταινίας.
Κι από το σημείο αυτό λοιπόν ξεκινά μια ιστορία που δεν αφορά μόνο τον φωτισμό και την σκηνοθεσία. Αλλά μας μιλά για το πώς δημιουργείται μια μεγάλη ταινία που υπερβαίνει τα στάνταρντ και εξελίσσεται σε κάτι μεγάλο και εντυπωσιακό μέσα από διάλογο αλλά και δημιουργικές συγκρούσεις που καταλήγουν σε ένα ανυπέρβλητο και διαχρονικό αποτέλεσμα.
Gordon Willis - Ο άνθρωπος που δεν φοβόταν το σκοτάδι
| Ο κινηματογραφιστής Gordon Willis |
Ο Gordon Willis γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1931. Ο πατέρας του δούλευε ως make up artist στη Warner Bros. Ο ίδιος εργασιακά αναπτύχθηκε περνώντας από το θέατρο, τη φωτογραφία, τις διαφημίσεις, το ντοκιμαντέρ, ακόμη και από τη μονάδα κινηματογραφικών παραγωγών στην Πολεμική Αεροπορία την περίοδο του πολέμου της Κορέας. Πάντως σίγουρα δεν ακολούθησε τον τυπικό δρόμο προς την κορυφή του Hollywood.
Κι αυτό ίσως εξηγεί γιατί, όταν εμφανίστηκε στις μεγάλες παραγωγές στις αρχές της δεκαετίας του 70, δεν έδειχνε καθόλου διατεθειμένος να ακολουθήσει πιστά τους κανόνες αποφεύγοντας κάθε δημιουργική προσέγγιση ή πειραματισμό.
Στο Hollywood , την περίοδο του εβδομήντα, οι σκηνοθέτες είχαν συνηθίσει να φωτίζουν τα πρόσωπα καθαρά, να βλέπουμε τα μάτια, να ελέγχονται οι σκιές, να μη χάνεται τίποτα από το κάδρο. Ο Willis έκανε κάτι διαφορετικό. Άφηνε τα πρόσωπα να χάνονται στη σκιά, δούλευε με λίγες πηγές φωτός και σκόπιμο underexposure. Και δεν το έκανε αυτό για να φανεί ξεχωριστός ή στυλάτος, αλλά το έκανε γιατί πίστευε πως το σκοτάδι μπορεί να συμβάλλει πιο ενεργά στην αφήγηση, να πει κάτι.
Ο συνάδελφός του, ο Conrad Hall τον αποκάλεσε Prince of Darkness, βλέποντας το πρώτο πλάνο του Brando χωρίς καθόλου φως στα μάτια. Το παρατσούκλι έμεινε, αλλά ο ίδιος ο Willis δεν το υιοθέτησε ποτέ πλήρως. Προτιμούσε να μιλάει για visual relativity, την οπτική σχετικότητα , για την ιδέα ότι το σκοτάδι δεν έχει νόημα από μόνο του και ότι αποκτά βάρος μόνο σε σχέση με το φως δίπλα του. Κι αυτό ακριβώς χρειαζόταν η ατμόσφαιρα στο The Godfather.
Francis Ford Coppola : Ένας σκηνοθέτης που ήθελε κάτι μεγαλύτερο από μια ταινία γκάνγκστερ
| Ο σκηνοθέτης Francis Ford Coppola |
Όταν ο Coppola ανέλαβε το The Godfather, το στούντιο περίμενε μια απλή μεταφορά του μυθιστορήματος του Mario Puzo όμως Ο Coppola έβλεπε κάτι διαφορετικό που εξελισσόταν στο βάθος του χρόνου σε μια οικογένεια που μετατρέπεται σε μηχανισμό εξουσίας. Το σενάριο ακολουθεί έναν πατέρα και τους γιους του. Στις σχέσεις μέσα στην οικογένεια αλλά και με την τοπική κοινωνία υπάρχει πίστη, προδοσία, αγάπη, βία, κι ένας άνθρωπος που παλεύει να προστατέψει την οικογένειά του μέχρι το σημείο να γίνει και αυτός αυτό που κάποτε αποστρεφόταν. Κάτι σχεδόν σαιξπηρικό επκρατεί στο ύφος και στην πλοκή. Ο Βίτο Κορλεόνε είναι ένας τραγικός "βασιλιάς" που χάνει τον έλεγχο ενώ η πτώση και η ηθική διαφθορά του Μάικλ Κορλεόνε θυμίζουν τον Μάκβεθ ή τον Άμλετ. Και όλα αυτά ; Χωρίς να μπορούν οι ήρωες να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους και την οικογένεια.
Η πάλη για την κοινωνική αναγνώριση και την εξουσία δεν χωρούσε σε μια κινηματογραφική φωτογραφία που εξηγεί τα πάντα. Χρειαζόταν μια φωτογραφία που να αφήνει σκιές αλλά και χώρο στην αμφιβολία. Η συνάντηση του Coppola με τον Willis εκείνη την περίοδο λοιπόν στάθηκε καθοριστική και καταλυτική.
The Godfather : Δύο δημιουργοί, δύο εντελώς διαφορετικές λογικές
Ο Coppola ήθελε ελευθερία, ήθελε να ενθαρρύνει τους ηθοποιούς να δοκιμάζουν πράγματα, να αυτοσχεδιάζουν και να αλλάζουν οι σκηνές την τελευταία στιγμή. Δεν φοβόταν να φτάσει τα όρια της παραγωγής στα άκρα. Ήθελε η κάμερα και οι ηθοποιοί να έχουν χώρο ν' ανασάνουν, να βρεθεί κάτι απρόβλεπτο μέσα στη σκηνή, αυτό το κάτι που δεν προγραμματίζεται, απλώς το αφήνεις να συμβεί.
Ο Willis σκεφτόταν σαν αρχιτέκτονας. Έχτιζε τα πλάνα του με αυστηρές γεωμετρικές γραμμές και συμμετρία. Το κάδρο ήταν δομή, όχι στιγμή. Δούλευε κυρίως με στατική κάμερα και πίστευε πως αν η κάμερα κινείται συνέχεια, η κίνηση σταματάει να σημαίνει κάτι. Δεν του άρεσε το υπερβολικό coverage, προτιμούσε να δουλεύει με μικρά εστιακά μήκη και προτιμούσε φακούς από 40mm και πάνω, διατηρώντας μια πιο φυσική προοπτική χωρίς παραμορφώσεις. Κάθε επιλογή στο πλατό έπρεπε να έχει λόγο ύπαρξης.
Όπως καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω , οι δύο αυτοί δημιουργοί θα είχαν αρκετούς λόγους να διαφωνούν πάνω στην υλοποίηση του έργου τους αλλά αυτή η "σύγκρουση" δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ένας δημιουργικός μοχλός για να ένα ξεχωριστό και εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει την διαφορετική προσέγγιση των δύο δημιουργών στην πρώτη σκηνή με τον Don Corleone. Ο Willis προτιμούσε πιο σταθερή κάμερα, η κίνηση έπρεπε να είναι εξαίρεση, όχι κανόνας. Ο Coppola, αντίθετα, δεν ήθελε αυτή την στατική προσέγγιση, ήθελε ο θεατής με την κίνηση να νιώσει πως μπαίνει σταδιακά σε έναν κόσμο. Κανείς τους δεν είχε άδικο, απλώς έβλεπαν διαφορετικά στοιχεία και παραμέτρους ως προτεραιότητα.
Don Vito : Η σκηνή που απελευθερώνει την ερμεινεία χαρακτήρων από τον θεατή
Θα παραμείνουμε λοιπόν στην πρώτη εμφάνιση του Marlon Brando ως Don Vito που είναι και το πιο γνωστό παράδειγμα αυτής της συνεργασίας. Ο Bonasera, ζητά μια χάρη από τον Don Vito, τον αρχηγό της οικογένειας,
Ο Don κάθεται στο γραφείο του, το φως έρχεται από ψηλά, τα μάτια του χάνονται στη σκιά. Πρόκειται ουσιαστικά για φωτισμό τύπου top lighting , μια τεχνική δανεισμένη από τη ζωγραφική όπου το φως πέφτει αυστηρά κάθετο από πάνω, μέσω αυτοσχέδιων φωτιστικών που η ίδια η ομάδα αποκαλούσε chicken coop fixtures. και αφήνει τα μάτια σχεδόν αόρατα. Για τα δεδομένα της εποχής ήταν τολμηρή επιλογή, ξεκίνησε ως τρόπος να καλυφθεί το ιδιαίτερο μακιγιάζ του Brando, αλλά γρήγορα έγινε κάτι πολύ πιο σημαντικό και απαραίτητο για να δραματουργία.
| The God Father - Francis Ford Coppola : Cinematography Gordon Willis 1η Σκηνή |
Ο Willis δεν σκοτεινιάζει το πρόσωπο του Don για να μας πει ότι είναι κακός, αντιθέτως θέλει να δημιουργήσει μυστήριο γύρω από το πρόσωπό του ή μια αμφιβολία για τις προθέσεις του και με τον φωτισμό αυτόν τον κάνει δύσκολο να "διαβαστεί". Δεν βλέπουμε καθαρά τα μάτια του, δεν έχουμε πλήρη πρόσβαση στην έκφρασή του. Κι αυτό ταιριάζει απόλυτα με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα που η εξουσία του δεν βρίσκεται μόνο σε αυτά που κάνει, αλλά βρίσκεται πολύ περισσότερο σε αυτά που σκέπτεται ρίχνωντας έτσι ένα πέπλο αμφιβολίας και μυστηρίου στον θεατή. Ο φωτισμός αυτός, τύπου top lighting δημιουργεί αυτήν την ατμόσφαιρα μυστηρίου γύρω από τα κίνητρα , τις σκέψεις αλλά και τις απρόβλεπτες ενέργειες που σχεδιάζει στο μυαλό του ο Don Vito.
Η σκιά λοιπόν σε αυτή την κινηματογραφικά αξέχαστη στιγμή, δεν είναι ένα "σύμβολο" του κακού. Είναι το σύμβολο της αβεβαιότητας.
Κι αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο αν σκεφτεί κανείς την αρχή της ταινίας. Στον εσωτερικό χώρο, στο δωμάτιο, επικρατεί σιωπή και μια βαριά ατμόσφαιρα ενώ έξω, γίνεται ο γάμος, με φως και μουσική. Αν όλα ήταν σκοτεινά τίποτα δεν θα έμοιαζε πραγματικά σκοτεινό. Το σκοτάδι αποκτά δύναμη μόνο όταν υπάρχει δίπλα του φως. Γι' αυτό και ο γάμος δεν είναι απλώς ένα εορταστικό χαρούμενο σκηνικό αλλά είναι αυτό το "αντίθετο" που χρειάζεται για να λειτουργήσει η σκηνή στον εσωτερικό χώρο.
Michael - Από το φως στο σκοτάδι
| O Νονός - Σκηνοθεσία Francis Ford Coppola , Φωτογραφία Gordon Willis - Ο γάμος του Μάικλ Κορλεόνε στη Σικελία |
| O Νονός II - Σκηνοθεσία Francis Ford Coppola , Φωτογραφία Gordon Willis -Ο Αλ Πατσίνο ως Μάικλ Κορλεόνε |
| O Νονός III - Σκηνοθεσία Francis Ford Coppola , Φωτογραφία Gordon Willis -Ο Αλ Πατσίνο ως Μάικλ Κορλεόνε |
Η φωτογραφία της ταινίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο νόημα αν την παρακολουθήσεις μέσα από την πορεία του Michael. Στην αρχή είναι έξω από την οικογενειακή επιχείρηση, θέλει τη δική του ζωή. Μετά σκοτώνει, φεύγει, επιστρέφει, και τελικά γίνεται Don.
Η ταινία μας εξιστορεί την πορεία του Μάικλ, που μέσα από την φωτογραφία και τον φωτισμό γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα αυτό ορατό. Στην αρχή το πρόσωπό του Μάικλ είναι ανοιχτό, ευανάγνωστο. Όσο πλησιάζει προς στην εξουσία, το φως αποτραβιέται και η εικόνα του σκοτεινιάζει. Δεν είναι μια απότομη αλλαγή σε ένα μόνο πλάνο, είναι μια διαδικασία που συντελείται σταδιακά στην ταινία. Η φωτογραφία και το φως δεν συνοδεύει απλώς την ιστορία, γίνεται η ίδια αφήγηση.
The Godfather : Η στιγμή των αποφάσεων
Η πιο σημαντική στιγμή τριβής ανάμεσα σε Coppola και Willis δεν ήταν πάνω σε θέματα εικαστικά ή θέματα που άπτονται της τεχνικής , αλλά ήταν θεσμική. Στα πρώτα στάδια της παραγωγής, οι παραγωγοί ανησύχησαν πως η ταινία ήταν πολύ σκοτεινή. Κάποια στιγμή ανησύχησε κι ο ίδιος ο Coppola. Ο Willis όμως επέμενε, πίστευε πως αυτό ακριβώς το σκοτάδι χρειαζόταν η ταινία. Κι ο Coppola στάθηκε τελικά δίπλα στον συνεργάτη του.
Εδώ φαίνεται καθαρά τι σημαίνει στην πραγματικότητα δημιουργική συνεργασία.
Στην κρίσιμη στιγμή των αποφάσεων για την αισθητική, τον φωτισμό του κάδρου και την σκηνοθεσία κρίνονται όλα και κυρίως στο σημείο που διακυβεύεται η "ασφάλεια" και η σιγουριά για την εξέλιξη του έργου. Στην διαφωνία. όταν υπάρξει, θα πρέπει να επικρατήσει το ένστικτο και η εμπιστοσύνη στον συνεργάτη όπως έκανε ο Coppola δίνοντας το πράσινο φως στον Willis να προχωρήσει με τις προτάσεις του.
Χωρίς εκείνη την απόφαση, η ταινία μάλλον δεν θα έμοιαζε καθόλου με το έργο που ξέρουμε σήμερα.
Το φως ως ηθική και ύφος
Το φως στις ταινίες του Νονού διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών. Η φωτογραφία δεν μας υποδεικνύει ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός. Ο Don αγαπά την οικογένειά του και σκοτώνει. Ο Michael θέλει να προστατέψει τους δικούς του και καταλήγει αυτό που κάποτε απέρριπτε. Οι άνθρωποι αυτοί δεν χωρούν εύκολα σε φωτεινές και σκοτεινές κατηγορίες, και η φωτογραφία το σέβεται. Δεν αναλύει τους χαρακτήρες, ούτε τους ξεχωρίζει βάση των πράξεων τους απλά τους αφήνει μέσα στη σκιά και αφήνει τον θεατή να διακρίνει και να επιλέξει σύμφωνα με τις καταβολές και την αντίληψή του το καλό και το κακό.
Ίσως γι' αυτό η εικόνα του The Godfather αντέχει τόσο πολύ στον χρόνο. Δεν βασίζεται σε εντυπωσιακά εφέ που κάποια στιγμή θα ξεπεραστούν αλλά σε ιδέες, προσωπικά βιώματα και κίνητρα, στις επιλογές των πρωταγωνιστών που κατευθύνονται από ανθρώπινα πάθη και φιλοδοξίες μέσα σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό δράμα.
Part II και Part III: η τριβή γίνεται γλώσσα, και μετά μνήμη
Στο The Godfather Part II, η σχέση του Coppola και του Willis έχει ωριμάσει. Δεν χρειάζεται πια οι δυο τους να αποδείξουν τίποτα, αυτό έγινε με την πρώτη ταινία. Μπορούν να πειραματιστούν πάνω σε κοινό έδαφος, δύο παράλληλες χρονικές γραμμές, με διαφορετική υφή και φως η καθεμία, χωρίς να χρειάζεται να ξαναχτίσουν τη γλώσσα τους από την αρχή. Η τριβή δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει μορφή, από σύγκρουση σε διερεύνηση.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, στο The Godfather Part III, τα πράγματα είναι διαφορετικά, οι δυο τους επιστρέφουν σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει, και το ίδιο ισχύει και για τους ίδιους, έχουν αλλάξει τόσο ως άνθρωποι όσο και καλλιτεχνικά ( σίγουρα πιο ώριμοι και σίγουροι για τις επιλογές τους ) . Το να ξαναδουλέψεις με κάποιον μετά από τόσα χρόνια δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, χρειάζεται να ξαναβρείς την ισορροπία, να ξαναδοκιμάσεις την εμπιστοσύνη. Και το ότι τα κατάφεραν, έστω με διαφορετικό αποτέλεσμα, λέει πολλά για το πόσο βαθιά ήταν χτισμένη αυτή η σχέση.
Πάντως η φωτογραφία δεν προσπαθεί να αναπαραγάγει ότι "δούλευε" στα παλαιότερα γυρίσματα των σκηνών, αλλά κουβαλά μέσα της μια αίσθηση ωριμότητας και φθοράς.
Η αναγνώριση που άργησε
Παρόλο που τα τελευταία χρόνια η φωτογραφία του Willis θεωρείται ως ωρόσημο για τον αμερικανικό κινηματογράφο, σχεδόν θεμελιώδης, η αναγνώριση δεν ήρθε εύκολα. Η Αμερικάνικη Ένωση Κινηματογραφιστών ( American Society of Cinematographers ) δεν τον πρότεινε ως υποψήφιο για βραβείο όσκαρ όλα τα προηγούμενα χρόνια παρά μόνο το 1990, με το Godfather Part III, δηλαδή σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη ταινία.
Η απουσία αναγνώρισης αποδόθηκε στην πρωτοποριακή, σκοτεινή του αισθητική (χαμηλός φωτισμός, υποφωτισμένο φιλμ) που ήταν μπροστά από την εποχή της, καθώς και στη γνωστή δυσαρέσκειά του για τα κινηματογραφικά ταμεία και την στάση της βιομηχανίας του Χόλιγουντ σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα.
Πάντως ο θρυλικός Αμερικανός διευθυντής φωτογραφίας γνωστός και ως «Ο Πρίγκιπας του Σκότους», αναγνωρίστηκε επίσημα με το Τιμητικό Όσκαρ (Honorary Oscar) τον Νοέμβριο του 2009, μετά από μια καριέρα που άλλαξε την ιστορία του κινηματογράφου.
Η αποδοχή του Gordon Willis από το Hollywood
Σήμερα πάντως οι κινηματογραφικοί παράγοντες έχουν εξοικειωθεί με την αισθητική του Willis που μοιάζει "φυσιολογική" και εναρμονισμένη πλέον με την αισθητική του σύγχρονοι κινηματογράφου. Οι βαθιές σκιές, τα μισοφωτισμένα πρόσωπα, έχουν γίνει κομμάτι της κινηματογραφικής γλώσσας που όλοι αναγνωρίζουμε. Στις αρχές της δεκαετίας του 70, όμως, δεν ήταν καθόλου αυτονόητα όλα αυτά, απλά θεωρούνταν τεχνικές με υψηλό ρίσκο. Κι αυτό το ρίσκο το πήραν μαζί , ο Gordon Willis και ο Francis Ford Coppola δείχνοντας εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον.Gordon Willis : Η κληρονομιά που αφήσε
Ο Willis φωτογράφισε τρεις ταινίες που κέρδισαν Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας μέσα σε έξι χρόνια, τις δύο πρώτες ταινίες Godfather αλλά και το Annie Hall. Ήταν δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Φωτογραφίας, για το Zelig και το Godfather Part III, και το 2009 όπως είπαμε τιμήθηκε με Honorary Academy Award.
Συνεργάστηκε επίσης με τον Alan J. Pakula και τον Woody Allen, σε ταινίες όπως τα Klute, All the President's Men και Manhattan.
Η επιρροή του, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στα βραβεία. Η απλότητα που χαρακτήριζε τη δουλειά του δεν ήταν απλώς μια αισθητική επιλογή. Απαιτούσε να ξέρεις τι δεν χρειάζεσαι. Για να αφήσεις ένα πρόσωπο στο σκοτάδι, πρέπει να ξέρεις τους λόγους και να είσαι σίγουρος για το τι θέλεις να αφηγηθείς. Για να κρατήσεις την κάμερα ακίνητη, πρέπει να ξέρεις γιατί δεν πρέπει να κινηθεί. Για να δείξεις λιγότερα, πρέπει να είσαι αρκετά σίγουρος ότι θα σε κατανοήσει ή θα καταλάβει τουλάχιστον τις προθέσεις σου ο θεατής.
Το σκοτάδι ως αφηγηματικός "φανός"
H σχέση του Coppola με τον Willis έμοιαζε με τη συνάντηση κάποιου που ήξερε τι θέλει να πει με αυτόν που μπορούσε να το αποτυπώσει στην οθόνη με τον πιο πειστικό και ρεαλιστικό τρόπο. Η καλή δημιουργική συνεργασία λοιπόν δεν χρειάζεται δύο ανθρώπους που βλέπουν πάντα το ίδιο πράγμα. Χρειάζεται δύο ανθρώπους που μπορούν να διαφωνούν πάνω στο ίδιο πράγμα, και μέσα από αυτή τη διαφωνία να καταλήγουν κάπου που κανείς τους δεν θα έφτανε μόνος του.
Πάνω από πενήντα χρόνια μετά, το The Godfather εξακολουθεί να μοιάζει σύγχρονο. Όχι επειδή η φωτογραφία του είναι σκοτεινή, αλλά επειδή ξέρει ότι το σκοτάδι μπορεί να αφήσει τον θεατή να συμπληρώσει μόνος του αυτό που δεν βλέπει.
Ο Gordon Willis δεν έμαθε στο Hollywood απλώς να φωτίζει διαφορετικά. Έμαθε στο Hollywood ότι μερικές φορές το σκοτάδι μπορεί να πει περισσότερα από το φως, και ότι, για να συμβεί αυτό, μερικές φορές χρειάζεσαι κάποιον, όπως τον Francis Ford Coppola, να σε εμπιστευτεί.
Γιάννης Κίντζιος , Αύγουστος 2026
Συχνές Ερωτήσεις
Γιατί ονομάστηκε ο Gordon Willis Prince of Darkness; Το παρατσούκλι του το έδωσε ο συνάδελφός του Conrad Hall όταν είδε το πρώτο πλάνο του Brando στο Godfather χωρίς καθόλου φως στα μάτια. Ο ίδιος ο Willis προτιμούσε τον όρο visual relativity, οπτική σχετικότητα.
Πώς επηρέασε ο φωτισμός την αφήγηση της ταινίας; Σκοτεινιάζοντας τα μάτια χαρακτήρων όπως ο Don Vito, ο Willis δημιούργησε αίσθηση αβεβαιότητας αντί για σαφή διαχωρισμό καλού και κακού.
Ποια ήταν η βασική δημιουργική διαφωνία Coppola και Willis; Η βασική τεκμηριωμένη διαφωνία τους αφορά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Vito στον δρόμο, όπου ο Coppola ήθελε πλάνο από ψηλά και ο Willis αντέδρασε ρωτώντας ποιανού είναι αυτή η οπτική γωνία μέσα στην ιστορία. Ο Coppola απάντησε, σύμφωνα με το βιβλίο του Peter Biskind Easy Riders Raging Bulls, "κάτι που μεταφράζεται περίπου σε δική μου οπτική γωνία, οπτική γωνία του Θεού, οπτική γωνία του Orson Welles."
Πώς εξελίσσεται η φωτογραφία του Michael στην ταινία; Καθώς μεταμορφώνεται σε Don, το φως αποτραβιέται σταδιακά από το πρόσωπό του, παραλληλίζοντας την οπτική εξέλιξη με την ηθική του πτώση.
Πηγές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου