Fincher και Cronenweth: το φως σαν απόλυτος έλεγχος

 

David Fincher και Jeff Cronenweth – Δύο δημιουργοί που έμαθαν να ελέγχουν κάθε pixel


Πορταίτο του σκηνοθέτη David Fincher
Ο σκηνοθέτης David Fincher 

Ο David Fincher γεννήθηκε το 1962 στο Ντένβερ και μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία ο κινηματογράφος άρχισε να συνομιλεί όλο και περισσότερο με τη διαφήμιση και τα μουσικά βίντεο. Πριν περάσει στις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές, εργάστηκε στην Industrial Light & Magic και αργότερα σκηνοθέτησε μερικά από τα πιο επιδραστικά μουσικά βίντεο των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Εκεί διαμορφώθηκε η φήμη του ως δημιουργού που αντιμετωπίζει κάθε οπτική λεπτομέρεια με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια.

Πορταίτο του διευθυντή φωτογραφίας Jeff Cronenweth
Ο διευθυντής φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Ο Jeff Cronenweth γεννήθηκε το 1962 και μεγάλωσε σχεδόν μέσα στα κινηματογραφικά πλατό. Είναι γιος του θρυλικού διευθυντή φωτογραφίας Jordan Cronenweth, του ανθρώπου που φωτογράφισε το Blade Runner. Από μικρή ηλικία λοιπόν ήταν παρόν σε project σχετικά με τη διαδικασία δημιουργίας της κινηματογραφικής εικόνας, ενώ αργότερα έχτισε τη δική του πορεία δουλεύοντας ως χειριστής κάμερας δίπλα σε σπουδαίους διευθυντές φωτογραφίας, όπως ο Sven Nykvist και ο John Toll, πριν αναλάβει ο ίδιος τη διεύθυνση φωτογραφίας.

Η πρώτη επαφή του Fincher με το όνομα Cronenweth δεν έγινε από τον ίδιο τον Jeff, αλλά μέσω του πατέρα του. Ο Fincher ξεκίνησε τη σκηνοθετική του πορεία στο Alien 3 (1992) έχοντας ως διευθυντή φωτογραφίας τον Jordan Cronenweth, ο οποίος αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την παραγωγή λόγω της νόσου Πάρκινσον και αντικαταστάθηκε από τον Alex Thomson. Ο Jordan πέθανε το 1996, τρία χρόνια πριν ξεκινήσει η παραγωγή του Fight Club.

Όταν, το 1998, ο Fincher αναζήτησε διευθυντή φωτογραφίας για το Fight Club, προσέλαβε τον Jeff Cronenweth, γνωρίζοντας ήδη την οικογενειακή παράδοση και την τεχνική του κατάρτιση. Ήταν η πρώτη ταινία στην οποία ο Jeff ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή φωτογραφίας σε μεγάλου μήκους παραγωγή, και από αυτό το σημείο και μετά ξεκίνησε μία από τις πιο συνεπείς οπτικά συνεργασίες του σύγχρονου κινηματογράφου.

Μέσα από την δημιουργία του Fight Club δεν αναδείχθηκαν απλώς ένας σκηνοθέτης και ένας διευθυντής φωτογραφίας αλλά δύο δημιουργοί που αντιμετώπιζαν την εικόνα ως ένα απόλυτα ελεγχόμενο οικοσύστημα, όπου κάθε κίνηση, κάθε σκιά και κάθε χρωματική μετατόπιση είχε ένα συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης.

Η φιλοσοφία του ελέγχου

David Fincher και Jeff Cronenweth επι το έργο !

Ο David Fincher έχει γίνει γνωστός για την ακραία προετοιμασία και τον λεπτομερή έλεγχο σχεδόν κάθε κινηματογραφικής παραμέτρου. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της συνεργασίας του με τον Cronenweth είναι ακριβώς αυτή η κοινή προσέγγιση στην προετοιμασία της εικόνας.

Η χορογραφία της κάμερας, οι δοκιμές φακών, ο φωτισμός και, όπου χρειάζεται, το previs ( προ-οπτικοποίηση σκηνών ) σχεδιάζονται πολύ πριν από το γύρισμα. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του όταν μπορεί να προβλεφθεί και να ελεγχθεί.

Ο Cronenweth όμως δεν έρχεται απλώς να φωτίσει ένα ήδη αποφασισμένο σκηνικό. Συμμετέχει στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο θα "αναπνεύσει" ο χώρος και θα κινηθεί η κάμερα μέσα σε αυτόν.

Αυτή η διαδικασία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή των ταινιών τους. Το φως μοιάζει αναπόφευκτο, η κάμερα μοιάζει να γνωρίζει πάντα το σημείο που πρέπει να βρίσκεται και, ακόμη και όταν η εικόνα φαίνεται απόλυτα φυσική, πίσω της κρύβεται ένας εξαιρετικά σύνθετος σχεδιασμός.

Fight Club (1999) – Η εικόνα της ψυχολογικής διάλυσης

Σκηνή από την ταινία Fight Club (1999), σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Λίγα λόγια για την ταινία 

Το Fight Club (1999) είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα του Chuck Palahniuk. Ένας ανώνυμος υπάλληλος γραφείου, εξαντλημένος από την αϋπνία και την καταναλωτική καθημερινότητα, γνωρίζει τον χαρισματικό και απρόβλεπτο Tyler Durden. Οι δυο τους δημιουργούν μια μυστική λέσχη όπου άνδρες συναντιούνται για παράνομους αγώνες πυγμαχίας χωρίς γάντια. Αυτό που ξεκινά ως διέξοδος από την κοινωνική ασφυξία εξελίσσεται σε ένα βίαιο κίνημα με την ονομασία Project Mayhem, οδηγώντας τον πρωταγωνιστή στην πλήρη αποσύνθεση της ταυτότητας και της πραγματικότητάς του. Η ταινία του David Fincher εξετάζει την καταναλωτική κουλτούρα, την ανδρική ταυτότητα και την ψυχολογική διάλυση.

Τι κρατάμε ως φωτογράφοι 

Ο Jeff Cronenweth χρησιμοποιεί το σκοτάδι όχι ως απουσία φωτός, αλλά ως δομικό και χρωματικό στοιχείο. Οι χαμηλές στάθμες φωτισμού δεν σημαίνουν ότι όλα πρέπει να χάνονται στις σκιές. Η χρήση του νοσηρού πράσινου και του ψυχρού φθορίζοντος φωτός αποδεικνύει ότι το χρώμα μπορεί να προηγείται της αφήγησης, δημιουργώντας ψυχολογική δυσφορία στον θεατή.

Η ταινία διδάσκει πώς οι χαμηλές εντάσεις φωτισμού μπορούν να διατηρούν την πληροφορία στις σκιές χωρίς να χάνεται η υφή. 

Σαν φωτογράφοι λοιπόν μπορούμε να φωτογραφίζουμε το γραφείο, το μετρό, τον διάδρομο της πολυκατοικίας αποτυπώνοντας την ατμόσφαιρα και τις ιστορίες με μια "λεπτή ένταση". Σε χώρους με φθορίζον φως δεν χρειάζεται πάντα να αφαιρούμε την πράσινη ή τις ψυχρές αποχρώσεις γιατί είναι και αυτές μέρος της ιστορίας. 

Χρησιμοποιώντας πρακτικές και άμεσα διαθέσιμες πηγές φωτός όπως οι λάμπες και οι οθόνες από τηλεοράσεις, laptops κλπ μπορούμε να δώσουμε μια ιδιαίτερη υφή στην εικόνα των χαρακτήρων.

Στη φωτογραφία δρόμου ή στο πορτρέτο, μπορούμε να δοκιμάσουμε επίσης μια επιλεγμένη παλέτα που να υπηρετεί το κατάλληλο συναίσθημα. Για παράδειγμα η ψυχρή παλέτα (Μπλε, Γκρι, Ψυχρό Πράσινο) μπορεί να δηλώσει ένα συναίσθημα μοναξιάς ή αποξένωσης στο αστικό τοπίο.

Αποφθέγματα του Jeff Cronenweth

"Το Fight Club είναι μια ταινία που στηρίζεται στην πραγματικότητα, στη μονοτονία της καθημερινότητας ενός υπαλλήλου."

"Η ψηφιακή φωτογραφία έχει εξαλείψει ορισμένα από τα θέματα που θα μπορούσαν να γίνουν προβληματικά, όπως τα φωτοχημικά όσο και τα υπόλοιπα τεχνικά θέματα στα εργαστήρια, με γρατσουνιές και κάθε είδους μυστηριώδη πράγματα που μπορεί να προκύψουν. Δεν υπάρχουν πολλές εκπλήξεις με την ψηφιακή φωτογραφία, αλλά υπάρχουν περισσότεροι κρυφοί κίνδυνοι που μπορούμε να αναλάβουμε. Σίγουρα κοιμόμαστε καλύτερα το βράδυ επειδή δεν χρειάζεται να ξυπνήσουμε στις 4 το πρωί για να καλέσουμε το εργαστήριο για τυχών επιπλέον διορθώσεις και άλλες εκκρεμότητες στην δουλειά μας..."

Η φωτογραφία στην ταινία Fight Club

Αν υπάρχει μία ταινία που σηματοδοτεί την αρχή της δημιουργικής σχέσης του Jeff Cronenweth με τον David Fincher, αυτή είναι το Fight Club, και ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Jeff ανέλαβε τη διεύθυνση φωτογραφίας μιας ταινίας μεγάλου μήκους.

Η ιστορία του Ανώνυμου Αφηγητή και του Tyler Durden δεν αφορά μόνο τη βία ή την εξέγερση απέναντι στον καταναλωτισμό. Αφορά, σε μεγάλο βαθμό, τη διάλυση της ταυτότητας. Και ο τρόπος με τον οποίο φωτογραφίζεται αυτή η διάλυση αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επιτεύγματα της σύγχρονης κινηματογραφικής φωτογραφίας.

Η πόλη χωρίς ήλιο

Το σκοτάδι στην ταινία Fight Club (1999), σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Ένα από τα πρώτα πράγματα που παρατηρεί κανείς στο Fight Club είναι ότι ο κόσμος της ταινίας μοιάζει σχεδόν να μην γνωρίζει πώς είναι κάποιος να ζει σε μια ημέρα με άπλετο φως. Όμως το Fight Club δεν είναι απλώς μια ταινία που βυθίζεται στο σκοτάδι αλλά το ίδιο το σκοτάδι μας " μιλά" αφηγηματικά και έχει ποιότητα και χρώμα.

Τα γραφεία φωτίζονται από ψυχρά φθορίζοντα φώτα, τα υπόγεια αποκτούν πρασινωπές αποχρώσεις και τα διαμερίσματα μοιάζουν μόνιμα μουντά και αποστειρωμένα. Ο Cronenweth χρησιμοποιεί χαμηλά επίπεδα φωτισμού χωρίς να επιτρέπει στις σκιές να καταπιούν αυτό που απεικονίζουν δηλαδή δεν χάνονται τα αντικείμενα στο σκοτάδι. Στην ουσία μιλάμε για μια "οργάνωση" της εικόνας μέσα από τις "ρυθμισμένες"  σκιές. 

Αυτό το στοιχείο θα αποτελέσει μία από τις σταθερές πρακτικές της κοινής τους οπτικής γλώσσας.

Το πράσινο ως ψυχολογική μόλυνση

Το πράσινο χρώμα της εικόνας που λειτουργεί σαν μια μορφή ψυχολογικής μόλυνσης στην ταινία Fight Club (1999), σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Η χρωματική παλέτα του Fight Club είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Το πράσινο εμφανίζεται στους τοίχους, στα γραφεία, στους υπόγειους χώρους και στις αντανακλάσεις, δημιουργώντας μια αίσθηση συνεχούς δυσφορίας.

Δεν είναι απλώς ένα χρώμα της εικόνας αλλά λειτουργεί σαν μια μορφή ψυχολογικής μόλυνσης. Ο κόσμος του Αφηγητή μοιάζει άρρωστος πριν ακόμη καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της φωτογραφίας της ταινίας, ότι δηλαδή το χρώμα μπορεί να προηγείται της αφήγησης και να προετοιμάζει τον θεατή συναισθηματικά πριν ακόμη αντιληφθεί συνειδητά την ιστορία.

Η κάμερα που γλιστρά μέσα στον χώρο


Ο Fincher ήταν ήδη γνωστός για τις εξαιρετικά ακριβείς κινήσεις της κάμερας. Στο Fight Club, όμως, αυτές αποκτούν μια πιο ουσιαστική λειτουργία.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίφημη σκηνή όπου η κάμερα διασχίζει το διαμέρισμα του Αφηγητή και παρουσιάζει τα έπιπλα από τον κατάλογο της IKEA ο οποίος λειτουργεί και ως σύμβολο του καταναλωτισμού. Η κάμερα δεν παρατηρεί απλώς τον χώρο αλλά τον καταγράφει, σαν να διαβάζει μια λίστα αντικειμένων ή κάποιων καταναλωτικών επιλογών.

Έτσι, ο χώρος γίνεται μέρος του χαρακτήρα. Και η σχέση ανάμεσα στον χώρο και την κάμερα θα εξελιχθεί ακόμη περισσότερο στις επόμενες συνεργασίες τους.

Το βιομηχανικό φως


Οι σκηνές στο υπόγειο του Fight Club είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της ταινίας. Ο φωτισμός δεν προσπαθεί να κάνει τους χαρακτήρες να δείχνουν όμορφοι ή "καθαροί". Αντίθετα, τονίζει την υγρασία, τον ιδρώτα και τη σκληρότητα του χώρου. Οι επιφάνειες του σώματος και του περιβάλλοντος αντανακλούν το φως όσο χρειάζεται, ενώ οι πρακτικές πηγές φωτισμού μοιάζουν να αποτελούν φυσικό μέρος του χώρου. Παράλληλα, οι βαθιές σκιές διατηρούν την αίσθηση του σκοτεινού και κλειστοφοβικού περιβάλλοντος.

Ο θεατής αισθάνεται ότι βρίσκεται σε έναν χώρο όπου η βία αποτελεί φυσική συνέχεια του περιβάλλοντος. Αυτό επιτυγχάνεται όχι με θεαματικές αντιθέσεις, αλλά με τον εξαιρετικά προσεκτικό έλεγχο της έκθεσης, της αντίθεσης και της κατεύθυνσης του φωτός.

The Social Network (2010) – Ο ψηφιακός κόσμος φωτισμένος σαν κλασικό δράμα

Σκηνή από την ταινία The Social Network (2010) , σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Λίγα λόγια για την ταινία

Η ταινία μας παρουσιάζει τη δημιουργία του Facebook από τον Mark Zuckerberg, φοιτητή του Harvard, και την ταχύτατη μετατροπή μιας πανεπιστημιακής ιδέας σε παγκόσμια ψηφιακή πλατφόρμα. Η επιτυχία συνοδεύεται από συγκρούσεις, αγωγές και διαμάχες για την πατρότητα της ιδέας και τη διανομή της περιουσίας. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στην ανάπτυξη του δικτύου και στις νομικές διαδικασίες που ακολούθησαν, εξετάζοντας τη φιλοδοξία, την κοινωνική απομόνωση, την εξουσία και την προδοσία. Σε σκηνοθεσία David Fincher και σενάριο Aaron Sorkin, η ταινία δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία απλώς ως τεχνικό επίτευγμα, αλλά ως πεδίο ανθρώπινων σχέσεων και ανταγωνισμού.

Τι κρατάμε ως φωτογράφοι 

Η ταινία αποδεικνύει ότι η ψηφιακή κινηματογράφηση (γυρισμένη με RED ONE MX) μπορεί να αποδώσει την ατμόσφαιρα και την υλικότητα ενός κλασικού αναλογικού δράματος. Ο Cronenweth απέφυγε τη χρήση των οθονών ως κύρια πηγή μπλε ψυχρού φωτός, συνδυάζοντάς τες με θερμούς πρακτικούς φωτισμούς εσωτερικών χώρων. Το σκοτάδι εδώ δεν δηλώνει χάος, αλλά έλεγχο και κύρος.

Παρακολουθώντας την ταινία λοιπόν παρατηρούμε ότι το ίδιο το φως μπορεί και "δημιουργεί" τον τόπο που, στην ταινία αυτή, του αποδίδεται κυρίως η αίσθηση της εξουσίας.

Σαν φωτογράφοι λοιπόν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις παραπάνω επιλογές του φωτογράφου επιχειρώντας σε εσωτερικά πορτραίτα να συνδυάζουμε την ψυχρή φωτεινότητα μιας οθόνης με τις θερμές αποχρώσεις από φωτιστικά σώματα ή το φως ενός παραθύρου ώστε να δίνουμε μια πιο ζεστή και ζωντανή υφή στα πρόσωπα.

Η φωτογραφία στην ταινία The Social Network

Αν το Fight Club χρησιμοποιεί το σκοτάδι για να εκφράσει την ψυχική διάλυση, το The Social Network το χρησιμοποιεί με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο εκφράζοντας τον έλεγχο και όχι δηλαδή το χάος.

Η ιστορία της δημιουργίας του Facebook θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε μια ψυχρή ταινία για προγραμματιστές που πληκτρολογούν μπροστά σε οθόνες. Ο Fincher και ο Cronenweth επιλέγουν μια διαφορετική κατεύθυνση αντιμετωπίζοντας την τεχνολογία σχεδόν σαν μια σύγχρονη τραγωδία.

Ο Mark Zuckerberg δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας νεαρός ιδρυτής μιας startup. Η εικόνα τον τοποθετεί μέσα σε χώρους όπου το φως μοιάζει να προέρχεται από ένα παλαιότερο πανεπιστημιακό περιβάλλον με ξύλινες επιφάνειες, παράθυρα και χαμηλά φωτιστικά σώματα δημιουργώντας μια αίσθηση παράδοσης που έρχεται σε αντίθεση με τον ψηφιακό κόσμο που γεννιέται.

Το Χάρβαρντ ως χώρος εξουσίας

Το σκοτάδι στην ταινία The Social Network (2010) , σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της φωτογραφίας είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το πανεπιστημιακό περιβάλλον. Πρέπει σε αυτό το σημείο όμως να διευκρινίσουμε  ότι το Χάρβαρντ δεν επέτρεψε φωτισμό ούτε γυρίσματα στην πανεπιστημιούπολη, οπότε οι χώροι που βλέπουμε στην ταινία είναι σε μεγάλο βαθμό αναπαραστάσεις, με πολλές σκηνές να γυρίστηκαν στο Johns Hopkins ( ιδιωτικό ερευνητικό πανεπιστήμιο στη Βαλτιμόρη ).

Το σκηνικό του Χάρβαρντ δεν εμφανίζεται ως ένας φωτεινός και ανέμελος χώρος. Οι διάδρομοι και οι βιβλιοθήκες είναι σχετικά σκοτεινοί, ενώ οι αίθουσες φωτίζονται κυρίως από φωτιστικά που βρίσκονται ήδη μέσα στον χώρο.

Ο Cronenweth χρησιμοποιεί ζεστές αποχρώσεις, χωρίς όμως να κάνει την εικόνα πραγματικά ζεστή ή φιλόξενη. Υπάρχει φως, αλλά η ατμόσφαιρα παραμένει συγκρατημένη και κάπως βαριά. Έτσι, το πανεπιστημιακό περιβάλλον αποκτά μια αίσθηση παράδοσης και κύρους, αλλά ταυτόχρονα και μια διακριτική ένταση που ταιριάζει στην ιστορία.

Αυτό εξυπηρετεί άμεσα την αφήγηση. Οι χαρακτήρες βρίσκονται σε έναν χώρο γεμάτο παράδοση, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι που θα αλλάξει το μέλλον. Η αντίθεση αυτή δεν εκφράζεται μόνο μέσα από το σενάριο αλλά και μέσα από το φως.

Οι οθόνες δεν είναι η κύρια πηγή φωτός


Ένα ενδιαφέρον τεχνικό στοιχείο της ταινίας είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν οι οθόνες των υπολογιστών. Θα ήταν εύκολο να αφεθούν να γίνουν η κύρια πηγή φωτός, κάτι που θα έδινε μια έντονα μπλε, ψυχρή εικόνα, όμως ο Cronenweth απέφυγε συνειδητά αυτή τη λύση. Οι οθόνες συμβάλλουν στον φωτισμό, αλλά δεν τον καθορίζουν μόνες τους και συνδυάζονται με πραγματικά φωτιστικά σώματα, παράθυρα και προσεκτικά τοποθετημένες πηγές φωτός. Έτσι τα πρόσωπα κρατούν όγκο και η εικόνα παραμένει φυσική, με αποτέλεσμα να μοιάζει πιο διαχρονική, ακριβώς επειδή η τεχνολογία δεν επιβάλλεται στο κάδρο.

Το ψηφιακό έγινε αναλογικό


Η ταινία γυρίστηκε κυρίως με την RED ONE MX ( κινηματογραφική κάμερα υψηλής ευκρίνειας ) , και ήταν η πρώτη από τις πρώτες μεγάλες παραγωγές που χρησιμοποίησαν το νέο τσιπ Mysterium X 9 (  ιστορικός και εμβληματικός αισθητήρας εικόνας  )  . Η περίφημη σκηνή της κωπηλασίας , που γυρίστηκε με tilt-shift φακό, αποδεικνύει ότι ακόμη και μια ψηφιακή παραγωγή μπορεί να διατηρήσει την ατμόσφαιρα και την υλικότητα που συνδέουμε συχνά με το φιλμ.  Στην τεχνική tilt - shift χρησιμοποιείται ένας ειδικός φακός (ή αντίστοιχη ψηφιακή επεξεργασία) που μπορεί να αλλάξει τη γωνία και τη θέση του προς τον αισθητήρα της μηχανής.

The Social Network (2010) stills and screengrabs | SHOT.CAFE


Οι αντανακλάσεις του νερού, η πρωινή ομίχλη, οι χαμηλοί τόνοι και η περιορισμένη αντίθεση συνεργάζονται ώστε η εικόνα να αποκτήσει σχεδόν ζωγραφική ποιότητα. Εδώ γίνεται εμφανής μια βασική αρχή του Cronenweth ότι δηλαδή η ψηφιακή εικόνα δεν χρειάζεται να μοιάζει ψηφιακή αλλά  κινηματογραφική.

Το κόκκινο της εξουσίας


Σε αρκετές σκηνές εμφανίζονται θερμές κόκκινες αποχρώσεις που δεν κυριαρχούν στην εικόνα, αλλά εμφανίζονται σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα και δραματουργικά σημεία, ιδιαίτερα σε χώρους κοινωνικής επιρροής και στις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται ανάμεσα στους χαρακτήρες.

Το κόκκινο εδώ δεν λειτουργεί όπως στο Fight Club, δεν δηλώνει εξέγερση αλλά δηλώνει δύναμη, επιρροή και κοινωνική ένταση.

The Girl with the Dragon Tattoo (2011) – Το σκοτάδι που έγινε υφή

Σκηνή από την ταινία The Girl with the Dragon Tattoo (2011) , σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth
The Girl with the Dragon Tattoo (2011) , σκηνοθεσία David Fincher και διεύθυνση φωτογραφίας Jeff Cronenweth

Λίγα λόγια για την ταινία 

H ταινία The Girl with the Dragon Tattoo (2011), είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Stieg Larsson. Ο Mikael Blomkvist, ένας δημοσιογράφος του οποίου η επαγγελματική αξιοπιστία έχει πληγεί, αναλαμβάνει να ερευνήσει την εξαφάνιση μιας νεαρής γυναίκας από ισχυρή σουηδική οικογένεια, η οποία παραμένει ανεξιχνίαστη επί δεκαετίες. Συνεργάζεται με τη Lisbeth Salander, μια εξαιρετικά ικανή χάκερ με δύσκολο παρελθόν. Καθώς οι δυο τους αναζητούν την αλήθεια, αποκαλύπτουν μια σκοτεινή ιστορία βίας, κακοποίησης και οικογενειακών μυστικών.

Τι κρατάμε ως φωτογράφοι

Παρακολουθώντας την ταινία παρατηρούμε πώς το περιβάλλον μετατρέπεται σε προέκταση της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Το λευκό του χιονιού και οι γκρίζοι ουρανοί δεν προσφέρουν φως ή καθαρότητα, αλλά τονίζουν την απομόνωση και την παγωμένη ατμόσφαιρα. Η φωτογραφία εκμεταλλεύεται τις περιορισμένες χρωματικές παλέτες, τη διαχείριση των μαύρων αποχρώσεων και το φυσικό χειμερινό φως. Το σκοτάδι μπορεί να είναι αφηγηματικό εργαλείο και οι σκιές μπορούν να εντείνουν το μυστήριο, αρκεί να διατηρείται η απαραίτητη πληροφορία.

Ως φωτογράφοι λοιπόν δεν θα πρέπει να θεωρούμε το λευκό φως αγνότητα. Μια μοναχική μορφή σε ένα λευκό τοπίο μπορεί να δώσει την αίσθηση μελαγχολίας και απομόνωσης. 

Η ταινία μας φανερώνει λοιπόν τα οφέλη όταν αξιοποιούμε τον πραγματικό καιρό. Το χιόνι, ο συννεφιασμένος ουρανός και το ψυχρό χειμερινό φως γίνονται ενεργά στοιχεία της εικόνας. Δεν χρειάζεται λοιπόν να αντιμετωπίζουμε τις καιρικές συνθήκες ως εμπόδιο αλλά να παρατηρούμε πώς μεταβάλλουν τον τόνο και την υφή της εικόνας.

Αποφθέγματα του Jeff Cronenweth

"Ο χειμώνας της Σουηδίας είναι δευτερεύων χαρακτήρας, και αυτό σημαίνει ότι η συννεφιά, το χιόνι και η ομίχλη δεν είναι εμπόδια αλλά υλικό."

"Η ιδέα ήταν να χρησιμοποιήσουμε ανορθόδοξες πηγές φωτός και να κρατήσουμε τα πάντα πολύ αληθινά. Μπορεί να υπάρχουν σκιές, μπορεί να υπάρχουν ατέλειες, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα."

Η φωτογραφία στην ταινία The Girl with the Dragon Tattoo

Αν υπάρχει μία ταινία όπου η αισθητική του Fincher και του Cronenweth φτάνει σε ιδιαίτερα ώριμη μορφή, αυτή είναι το The Girl with the Dragon Tattoo.

Η Σουηδία στην ταινία δεν παρουσιάζεται ως τουριστικός προορισμός. Παρουσιάζεται ως ψυχολογική κατάσταση ενώ το χιόνι δεν κάνει την εικόνα φωτεινή κάνοντάς την αντιθέτως πιο ψυχρή. Οι εσωτερικοί χώροι δεν γίνονται απαραίτητα ζεστοί αλλά περισσότερο ασφυκτικοί. Ο Cronenweth χρησιμοποιεί το περιβάλλον για να δημιουργήσει μια συνεχή αίσθηση απομόνωσης και δυσφορίας.

Το λευκό που δεν σημαίνει καθαρότητα


Σε πολλές ταινίες το χιόνι συνδέεται με την αγνότητα και την αναγέννηση. Εδώ συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.

Το λευκό απομονώνει, μεγαλώνει τις αποστάσεις και κάνει τους ανθρώπους να φαίνονται μικροί μέσα στο τοπίο. Οι εξωτερικοί χώροι αποκτούν σχεδόν αφηρημένη ποιότητα. Η φύση δεν προσφέρει παρηγοριά και παραμένει αδιάφορη απέναντι σε όσα συμβαίνουν.

Το εσωτερικό σκοτάδι


Οι περισσότερες εσωτερικές σκηνές βασίζονται σε λάμπες, κεριά και παράθυρα. Ο Cronenweth δεν προσπαθεί να γεμίσει το κάδρο με φως, αντιθέτως,  αφήνει μεγάλες περιοχές να παραμένουν σκοτεινές.

Αυτό δημιουργεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στον θεατή που αισθάνεται ότι το κάδρο περιέχει πληροφορία ακόμη και όταν δεν μπορεί να τη διακρίνει καθαρά. Το μυστήριο, επομένως, γεννιέται μέσα από την αβεβαιότητα.

Η υφή της ψηφιακής εικόνας


Μέχρι το 2011 ο Fincher είχε ήδη στραφεί αποφασιστικά στην ψηφιακή κινηματογράφηση. Το εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι η εικόνα δεν γίνεται αποστειρωμένη.

Ο Cronenweth διατηρεί λεπτομέρεια, ελεγχόμενες αντανακλάσεις και προσεκτική διαχείριση των μαύρων αποχρώσεων. Η ψηφιακή καθαρότητα δεν καταργεί την αίσθηση της υλικότητας αλλά την επαναπροσδιορίζει μέσα από μια διαφορετική τεχνολογική βάση.

Η Lisbeth Salander ως φωτιστικό σύστημα


Σε πολλές σκηνές το πρόσωπό της Lisbeth Salander φωτίζεται διαφορετικά από εκείνα των υπόλοιπων χαρακτήρων. Οι αντανακλάσεις είναι πιο ψυχρές, οι σκιές πιο αυστηρές και η συνολική εικόνα δημιουργεί την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν ελαφρώς διαφορετικό κόσμο.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι η Lisbeth δεν εντάσσεται πραγματικά στο περιβάλλον γύρω της. Αυτό το διαπιστώνουμε εύκολα από την πρώτη στιγμή. 

Από το Fight Club στο The Girl with the Dragon Tattoo - Η εξέλιξη μιας κοινής οπτικής γλώσσας

Αν παρακολουθήσουμε διαδοχικά τις σημαντικότερες συνεργασίες του David Fincher με τον Jeff Cronenweth, γίνεται φανερό ότι δεν πρόκειται απλώς για τρεις διαφορετικές αισθητικές προσεγγίσεις. Πρόκειται για διαφορετικά στάδια μιας κοινής αναζήτησης.

Στο Fight Club, η φωτογραφία χρησιμοποιεί το σκοτάδι για να αποτυπώσει την ψυχολογική διάλυση ενός ανθρώπου που αμφισβητεί την ίδια του την ταυτότητα. Στο The Social Network, η ίδια αυστηρότητα αποκτά διαφορετική μορφή με το σκοτάδι να μην δηλώνει χάος αλλά έλεγχο και εξουσία. Στο The Girl with the Dragon Tattoo, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αφαιρετική, με το χιόνι και τους γκρίζους ουρανούς να λειτουργούν σαν προέκταση του σκοταδιού.

Το Fight Club επηρέασε μια ολόκληρη γενιά δημιουργών που άρχισαν να χρησιμοποιούν χαμηλό φωτισμό, περιορισμένες χρωματικές παλέτες και ελεγχόμενες κινήσεις κάμερας ως εργαλεία ψυχολογικής αφήγησης. Το The Social Network απέδειξε ότι μια ψηφιακή παραγωγή μπορεί να διατηρεί την ατμόσφαιρα και το βάθος ενός κλασικού κινηματογραφικού δράματος, ενώ το The Girl with the Dragon Tattoo αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ψηφιακή εικόνα μπορεί να αποδώσει την υφή του σκοταδιού χωρίς να χάνει την πληροφορία στις σκιές.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συνεργασίας τους λοιπόν είναι ότι η τεχνολογία δεν προηγείται της αφήγησης. Ο Fincher είναι γνωστός για την εμμονή του με την προετοιμασία και τα πολλαπλά takes, όμως ο Cronenweth μετατρέπει αυτή την αυστηρότητα σε εικόνες που δεν μοιάζουν μηχανικές. Αντίθετα, όσο πιο αυστηρά ελεγχόμενος γίνεται ο κόσμος της ταινίας, τόσο πιο αληθινός μοιάζει. Η τελειότητα λοιπόν δεν χρειάζεται να φαίνεται αλλά μπορεί να λειτουργεί αθόρυβα, να κρύβεται μέσα σε μια ανεπαίσθητη σκιά, σε μια ακριβή κίνηση της κάμερας ή σε μια θερμοκρασία χρώματος που μεταβάλλεται σχεδόν ανεπαίσθητα. Και όταν συμβαίνει αυτό, ο θεατής παύει να σκέφτεται την τεχνική και αρχίζει να πιστεύει ολοκληρωτικά στον κόσμο που βλέπει.


Συχνές ερωτήσεις για τον David Fincher και τον Jeff Cronenweth

Ποιες είναι οι σημαντικότερες συνεργασίες του David Fincher με τον Jeff Cronenweth; Οι σημαντικότερες είναι τα Fight Club (1999), The Social Network (2010), The Girl with the Dragon Tattoo (2011) και, αργότερα, το Gone Girl (2014). Οι ταινίες αυτές θεωρούνται καθοριστικές για τη διαμόρφωση της κοινής τους οπτικής γλώσσας.

Γιατί θεωρείται τόσο σημαντική η φωτογραφία του Fight Club; Επειδή χρησιμοποιεί χαμηλό φωτισμό, πράσινες αποχρώσεις και ακριβείς κινήσεις κάμερας για να αποδώσει την ψυχολογική αποσύνθεση του Αφηγητή, μετατρέποντας την οπτική γλώσσα σε ουσιαστικό μέρος της αφήγησης.

Ήταν το Fight Club η πρώτη ταινία του Jeff Cronenweth ως διευθυντή φωτογραφίας; Ναι. Το Fight Club (1999) ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους στην οποία ο Jeff Cronenweth ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή φωτογραφίας. Η σύνδεση της οικογένειας Cronenweth με τον Fincher ξεκινά νωρίτερα, στο Alien 3 (1992), όπου ο πατέρας του, Jordan Cronenweth, ξεκίνησε τη φωτογραφία αλλά αναγκάστηκε να αποχωρήσει λόγω της νόσου Πάρκινσον, αντικαθιστούμενος από τον Alex Thomson. Ο Jordan πέθανε το 1996, τρία χρόνια πριν ξεκινήσει το Fight Club.

Πώς φωτίστηκε το The Social Network; Ο Cronenweth χρησιμοποίησε πρακτικές πηγές φωτισμού, χαμηλές θερμές αποχρώσεις και προσεκτικό έλεγχο της έκθεσης, ώστε οι χώροι του Χάρβαρντ να αποκτήσουν την αίσθηση ενός κλασικού δράματος, χωρίς να χαθεί η σύγχρονη ατμόσφαιρα της ιστορίας.

Ποια κάμερα χρησιμοποιήθηκε στο The Social Network; Η ταινία γυρίστηκε με τη RED ONE MX και το τότε καινούργιο τσιπ Mysterium X, καθιστώντας την μία από τις πρώτες μεγάλες παραγωγές που χρησιμοποίησαν αυτή την τεχνολογία.

Γιατί το The Girl with the Dragon Tattoo δείχνει τόσο ψυχρό; Η φωτογραφία βασίζεται σε περιορισμένη χρωματική παλέτα, χειμερινό φυσικό φως, γκρίζους ουρανούς και ελεγχόμενες πρακτικές πηγές φωτισμού, ώστε το περιβάλλον να λειτουργεί ως προέκταση της ψυχολογίας των χαρακτήρων.

Τι κάνει μοναδική τη συνεργασία Fincher–Cronenweth; Η απόλυτη συνοχή ανάμεσα στη σκηνοθεσία, την κίνηση της κάμερας, τον φωτισμό και το χρώμα. Κάθε οπτική επιλογή υπηρετεί τη δραματουργία και δεν λειτουργεί απλώς ως επίδειξη τεχνικής.

Πηγές


Σχετικά Άρθρα 

Σχετικά Άρθρα 














Βιτόριο Στοράρο και Μπερνάρντο Μπερτολούτσι - Κινηματογραφική αφήγηση , Φως και Χρώμα 



Διαβάστε περισσότερα άρθρα για τον Κινηματογράφο και την Φωτογραφία 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις