Paul Thomas Anderson και Robert Elswit. Η φωτογραφία του There Will Be Blood
Πολ Τόμας Άντερσον και Ρόμπερτ Έλσγουιτ – Στη γη του πετρελαίου, ανάμεσα στο φως και τη σκιά
| Ο διευθυντής φωτογραφίας Robert Elswit |
Στο κέντρο αυτής της συνεργασίας βρίσκεται το There Will Be Blood (2007), μία από τις σημαντικότερες φωτογραφικές δουλειές του Elswit και η ταινία για την οποία κέρδισε το Oscar Καλύτερης Φωτογραφίας.
Η εικόνα της ταινίας δεν προσπαθεί να κάνει την ιστορία πιο όμορφη. Αντίθετα, το σκληρό τοπίο, η σκόνη, οι μεγάλες άδειες εκτάσεις, τα βαριά σκοτάδια και οι ατέλειες των παλιών anamorphic φακών δημιουργούν έναν κόσμο που, στα μάτια του θεατή, υπήρχε και πριν την καταγραφή του από τον φακό.
Οι αναμορφικοί φακοί, αξίζει να αναφέρουμε, δημιουργούν μια μοναδική προοπτική, ένα οβάλ bokeh εκτός εστίασης και όταν πέφτουν πάνω τους φώτα δρόμου ή προβολείς, δημιουργούν χαρακτηριστικές οριζόντιες φωτεινές γραμμές. Χρησιμοποιούνται επίσης για να συμπιέζουν την εικόνα οριζόντια κατά την καταγραφή, ώστε να χωράει σε έναν κανονικό αισθητήρα, προσφέροντας τελικά μια φαρδιά, κινηματογραφική αναλογία κάδρου.
Πώς γνωρίστηκαν ο Paul Thomas Anderson και ο Robert Elswit
Η σχέση τους δεν βασίστηκε ποτέ σε μια απόλυτα προκαθορισμένη διαδικασία. Ο Anderson είχε σαφείς ιδέες για το τι ήθελε να δει κινηματογραφικά, αλλά συχνά προτιμούσε να ανακαλύπτει τη σκηνή κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Ο Elswit περιγράφει μια διαδικασία χωρίς την απόλυτη ακρίβεια που συχνά χαρακτηρίζει τα μεγάλα κινηματογραφικά συνεργεία, δηλαδή δεν υπήρχαν απαραίτητα αυστηρά marks στο πάτωμα ( δηλαδή σημάδια για το που θα βρίσκονται οι ηθοποιοί ) ούτε πλήρως τυποποιημένες πρόβες, ενώ η πρόβα μπορούσε να μετατραπεί απευθείας σε λήψη δίνοντας στους ηθοποιούς την δυνατότητα να κινηθούν ελεύθερα στον χώρο και να αλλάξουν τη σκηνή.
Για έναν διευθυντή φωτογραφίας αυτό σημαίνει ότι αν και πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τον εξοπλισμό του θα πρέπει να είναι έτοιμος, ταυτόχρονα, για την απώλεια ελέγχου σε μια ανύποπτη δημιουργική στιγμή. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική προετοιμασία και την ελευθερία της στιγμής έγινε βασικό μέρος της κοινής τους γλώσσας.
There Will Be Blood. Η ιστορία πίσω από το Oscar Φωτογραφίας του Elswit
| Paul Thomas Anderson και Robert Elswit στα γυρίσματα τις ταινίας There Will Be Blood (2007) |
Το There Will Be Blood διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, μέσα στην περίοδο ανόδου της πετρελαϊκής βιομηχανίας στην Καλιφόρνια. Ο Daniel Plainview (Ντάνιελ Ντέι-Λιούις) κινείται σε έναν κόσμο όπου η γη, το πετρέλαιο και η ανθρώπινη φιλοδοξία βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση.
Η φωτογραφία δεν αντιμετωπίζει το τοπίο ως απλό φόντο. Η έρημος, οι πετρελαιοπηγές και τα ξύλινα κτίσματα αποτελούν ενεργά στοιχεία της αφήγησης. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στο Marfa του Texas, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να αναπαραστήσει την Καλιφόρνια της εποχής εκείνης ( αρχές του 20ού αιώνα ). Το τοπίο προσέφερε μεγάλες, άδειες εκτάσεις και μια αίσθηση απομόνωσης που ταίριαζε απόλυτα στον χαρακτήρα του Plainview.
Ο Elswit και ο Anderson εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κλίμακα, αφήνοντας συχνά τον άνθρωπο μικρό μέσα στο τοπίο, ενώ σε άλλες στιγμές το κάδρο κλείνει πάνω στους χαρακτήρες και δημιουργεί μια πολύ πιο άμεση σχέση με το πρόσωπο. Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο μεγέθη είναι σημαντική γιατί ο Plainview μπορεί να μοιάζει πανίσχυρος μέσα σε ένα δωμάτιο και ταυτόχρονα ασήμαντος απέναντι στην έκταση της γης που προσπαθεί να κατακτήσει.
Anamorphic 35mm και η επιλογή της κινηματογραφικής υφής
Ο Anderson ήθελε το There Will Be Blood να γυριστεί σε anamorphic 35mm. Δεν επρόκειτο απλώς για μια επιλογή format, αλλά για μια απόφαση που επηρέαζε την αίσθηση του κάδρου, το βάθος πεδίου και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο χώρος.
Η παραγωγή χρησιμοποίησε Panaflex Platinum και Millennium XL κάμερες, καθώς και μια σειρά από τροποποιημένους Panavision φακούς. Ο Elswit δεν επέλεξε μια εικόνα υπερβολικά καθαρή και ομοιογενή. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκαν C-Series και E-Series anamorphic φακοί, Super High Speed φακοί και τροποποιημένα σφαιρικά οπτικά SP 35mm και 55mm με οπτικά στοιχεία περίπου σαράντα ετών. Τα σφαιρικά οπτικά δίνουν ένα πιο γλυκό, οργανικό, "vintage" look, με απαλό θόλωμα στο φόντο (bokeh) και λιγότερο τυπική ψηφιακή ευκρίνεια σε σχέση με τους σύγχρονους ασφαιρικούς (ASP) φακούς.
Οι C-Series τροποποιήθηκαν ώστε να είναι πιο ευάλωτοι στα flares (θάμβωση) και στη διάχυση του φωτός, ενώ οι E-Series χρησιμοποιήθηκαν συχνά στα εξωτερικά πλάνα για μια πιο μαλακή απόδοση κάτω από το σκληρό φως της ερήμου. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα όπου η οπτική ατέλεια γίνεται μέρος της αισθητικής.
Τα flares δεν είναι απολύτως ελεγχόμενα ή ομοιόμορφα. Οι άκρες του κάδρου μπορούν να χάσουν αντίθεση, η εικόνα μπορεί να παρουσιάσει χρωματικές μετατοπίσεις και ο φακός αντιδρά στο φως με τρόπο που θυμίζει παλαιότερο κινηματογραφικό υλικό. Ο στόχος δεν ήταν να δημιουργηθεί ένα εντυπωσιακό lens effect ( αναφερόμαστε στο lens flare ) , αλλά η αίσθηση μιας εικόνας που θα μπορούσε να ανήκει σε μια άλλη εποχή.
Ο φακός Pathé του 1910 και η σκηνή στο τρένο
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες επιλογές της ταινίας ήταν και ένας φακός 43mm, ο οποίος βασίστηκε σε ασύμμετρο οπτικό στοιχείο από κάμερα Pathé του 1910. Ο lens designer της Panavision, Dan Sasaki, προσάρμοσε το οπτικό αυτό στοιχείο σε σύγχρονο κινηματογραφικό σύστημα.
Ο φακός χρησιμοποιήθηκε μόνο σε επτά ή οκτώ μεταβατικά πλάνα και η απόδοσή του ήταν εμφανώς διακριτή με χαμηλότερη αντίθεση, βινιετάρισμα, μειωμένη ανάλυση και χρωματικές αποκλίσεις στις άκρες του κάδρου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή στο τρένο με τον Plainview και τον μικρό H.W.
Εδώ η τεχνική ατέλεια δεν διορθώνεται, αλλά γίνεται μέρος της μνήμης της εικόνας. Για έναν cinematographer, αυτή η επιλογή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, επειδή δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση στη χρήση των φακών. Ο φακός δεν επιλέγεται μόνο με βάση το focal length ή το πόσο καθαρά γράφει, αλλά και με βάση τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά και μεταφέρει την αίσθηση και το νόημα από την ιστορία.
Kodak Vision2 και η φωτοχημική διαδικασία χωρίς digital intermediate
Ο Anderson προτιμούσε τα πιο αργά film stocks και το There Will Be Blood γυρίστηκε με Kodak Vision2 50D 5201 για τις ημερήσιες λήψεις και Vision2 200T 5217 για τις νυχτερινές σκηνές, τυπωμένο σε Kodak Vision 2383 ( print film της Kodak ).
Πάντως η αισθητική της ταινίας δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεταγενέστερης επεξεργασίας αλλά προϊόν άμεσων αποφάσεων στο γύρισμα, κάτι που απαιτεί μεγαλύτερη τεχνική πειθαρχία και εμπειρία από τον cinematographer, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει περιθώριο διόρθωσης αργότερα.
Η επιλογή φιλμ επέτρεψε στον Elswit να έχει καθαρή εικόνα με πολλή λεπτομέρεια, αλλά αυτό το φιλμ χρειαζόταν περισσότερο φωτισμό για να δουλέψει σωστά. Δεν πρόκειται όμως απλά για τεχνικό χαρακτηριστικό του φιλμ, αλλά για μια συνειδητή απόφαση που καθόρισε ολόκληρη τη μέθοδο δουλειάς στο γύρισμα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η τελική εμφάνιση της ταινίας δεν φτιάχτηκε αργότερα σε υπολογιστή. Δεν υπήρξε digital intermediate, δηλαδή η διαδικασία όπου σήμερα οι περισσότερες ταινίες περνούν από ψηφιακή επεξεργασία χρωμάτων και φωτισμού μετά το γύρισμα. Εδώ τα dailies, δηλαδή το ημερήσιο υλικό που τραβιέται στο γύρισμα, τυπώνονταν κατευθείαν φωτοχημικά, με τον παραδοσιακό τρόπο εκτύπωσης φιλμ. Τα ψηφιακά εφέ χρησιμοποιήθηκαν μόνο για συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως η προσθήκη επιπλέον πετρελαιοπηγών στο τοπίο ή η αφαίρεση στοιχείων που θα προδίδανε σύγχρονη εποχή.
Αυτό έχει άμεση συνέπεια στον τρόπο δουλειάς του κάθε cinematographer. Όταν ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις να διορθώσεις την εικόνα αργότερα σε ψηφιακό περιβάλλον, είσαι αναγκασμένος να παίρνεις όλες τις κρίσιμες αποφάσεις πάνω στο σκηνικό, τη στιγμή του γυρίσματος. Η έκθεση, δηλαδή πόσο φωτεινή ή σκοτεινή θα είναι η εικόνα, η αντίθεση ανάμεσα σε φωτεινά και σκοτεινά σημεία, όλα αυτά πρέπει να είναι ήδη σωστά μπροστά στην κάμερα, γιατί δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας μετά.
Το φως της ερήμου
Οι χώροι που σχεδιάστηκαν από τον Jack Fisk τοποθετήθηκαν έτσι ώστε να λειτουργούν μαζί με το φως και το τοπίο. Η εκκλησία, ο σιδηρόδρομος, τα σπίτια και οι πετρελαιοπηγές μπορούσαν να συνδεθούν οπτικά μεταξύ τους, ακόμη και όταν ο Anderson επέλεγε να μην αποκαλύπτει αυτή τη γεωγραφία άμεσα.
Αυτό πάντως δείχνει ότι το production design και η διεύθυνση φωτογραφίας λειτουργούν ως μία ενιαία ομάδα με διαδικασίες που συνδέονται άμεσα. Το φως δηλαδή δεν προστίθεται απλώς πάνω σε ένα σκηνικό αλλά το ίδιο το σκηνικό έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να φωτογραφηθεί.
Οι εσωτερικοί χώροι: Πρακτικές πηγές και βαθιές σκιές
Στους εσωτερικούς χώρους, η φωτογραφία ακολουθεί την τεχνολογία φωτισμού της εποχής. Λάμπες πετρελαίου, κεριά και μικρές πρακτικές πηγές αποτελούν τη βάση της αισθητικής, ενώ ο Elswit και ο gaffer ( επικεφαλής τεχνικός φωτισμού ) Robby Baumgartner χρησιμοποίησαν Rifa-lites ( φωτιστικά σώματα τύπου softbox ) , China balls ( Στρογγυλά χάρτινα φανάρια ) και κρυφές πηγές, ώστε να δημιουργήσουν αρκετό επίπεδο έκθεσης χωρίς το φως να φαίνεται τεχνητό.
Το ζητούμενο ήταν να υπάρχει κατεύθυνση και διάσταση χωρίς οι χώροι να γίνουν επίπεδοι. Στις σκηνές με τον Plainview αυτό ήταν ακόμη πιο δύσκολο λόγω του καπέλου του Daniel Day-Lewis. Το φως έπρεπε να φτάνει στο πρόσωπο κάτω από το γείσο χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχει ένα εμφανές κινηματογραφικό φωτιστικό ακριβώς πάνω από τον ηθοποιό. Ο Elswit συχνά χρησιμοποιούσε πιο απομακρυσμένες και μαλακές πηγές για να δημιουργήσει την αίσθηση ambient φωτός ( ομοιόμορφος φωτισμός περιβάλλοντος ) .
Η εκκλησία: Όταν το φως γίνεται μέρος της σύγκρουσης
Οι σκηνές στην εκκλησία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σχέσης φωτισμού και δραματουργίας στην ταινία.
Στην πρώτη εκκλησία, οι ξύλινες σανίδες αφήνουν το εξωτερικό φως να φαίνεται ανάμεσα στα κενά. Αντί να προσπαθήσουν να εξαφανίσουν αυτή την αντίθεση, οι δημιουργοί την εκμεταλλεύτηκαν. Μεγάλα φωτιστικά χρησιμοποιήθηκαν έξω από τα παράθυρα και μέσα από τις ξύλινες επιφάνειες, δημιουργώντας αρκετό επίπεδο έκθεσης ώστε η κάμερα να μπορεί να κινείται ελεύθερα.
Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα με πολύ βαθιά μαύρα και έντονη αντίθεση. Τα παράθυρα μπορούν να φτάσουν σε υπερέκθεση, ενώ το εσωτερικό παραμένει βαρύ και σκοτεινό.
Η επιλογή αυτή έχει και δραματουργική αξία. Η εκκλησία δεν παρουσιάζεται ως ένας φωτεινός, ασφαλής χώρος, αλλά ως ένας χώρος εξουσίας, έντασης και αντιπαράθεσης.
Η φωτιά της πετρελαιοπηγής ως πραγματική πηγή φωτός
Η σκηνή όπου καίγεται η πετρελαιοπηγή είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της φωτογραφικής φιλοσοφίας της ταινίας.
Η φωτιά ήταν πραγματική. Ο ειδικός εφέ Steve Cremin, ο οποίος είχε δημιουργήσει ανάλογες φλεγόμενες πετρελαιοπηγές για το Jarhead με τέτοια επιτυχία ώστε τα οπτικά στοιχεία της φωτιάς να χρησιμοποιούνται ακόμη ως σημείο αναφοράς στο Industrial Light & Magic, δημιούργησε ένα τεράστιο πύρινο μέτωπο χρησιμοποιώντας πραγματικά καύσιμα, ντίζελ και ειδικό σύστημα άντλησης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής γυρίστηκε με πραγματική πυροτεχνική δράση. Η αρχική έκρηξη, ωστόσο, ενισχύθηκε ψηφιακά.
Αυτό είχε μεγάλο αντίκτυπο για τη φωτογραφία, καθώς η φωτιά δεν ήταν απλώς ένα στοιχείο μέσα στο κάδρο, αλλά η ίδια η πηγή φωτός. Στα πλάνα όπου οι χαρακτήρες βρίσκονται απέναντι από τις φλόγες, τα πρόσωπα μπορούν να χαθούν μέσα στη σκιά και οι φιγούρες να γίνουν σχεδόν σιλουέτες. Ο Anderson δεν ήθελε να γεμίσει τεχνητά τις σκιές μόνο και μόνο για να βλέπουμε καθαρά τα πρόσωπα.
Αυτό είναι κρίσιμο. Η φωτογραφία αποδέχεται ότι μια πραγματική φωτιά δημιουργεί ακραία αντίθεση και, αντί να διορθώσει αυτή την πραγματικότητα, την κάνει μέρος της εικόνας.
Η ομάδα χρειάστηκε να κινηματογραφήσει τη φωτιά με πολλές κάμερες, καθώς η θερμότητα και η αστάθεια της κατασκευής δεν επέτρεπαν την άνεση ενός συνηθισμένου γυρίσματος. Η ξύλινη κατασκευή τελικά δεν μπορούσε να παραμείνει με ασφάλεια για δεύτερη νύχτα, με αποτέλεσμα μέρος της δράσης να γυριστεί νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό.
Ακόμη και τα reaction shots ( πλάνα αντίδρασης, κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών ) της επόμενης ημέρας φωτίστηκαν με πραγματικές φλόγες, αντί να δημιουργηθεί τεχνητό firelight. Είναι μια από τις περιπτώσεις όπου η κινηματογραφική τεχνική δεν μιμείται την πραγματικότητα, αλλά η πραγματικότητα γίνεται η τεχνική.
Η κάμερα και η κίνηση: Απλά κάδρα, μεγάλη ένταση
Ο Anderson και ο Elswit δεν προσπάθησαν να γεμίσουν την ταινία με περίπλοκες κινήσεις κάμερας. Ο Anderson αναφερόταν στην επιρροή του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου και ιδιαίτερα του John Huston και του The Treasure of the Sierra Madre.
Η λογική ήταν απλή, χρειάζονται λίγα και ουσιαστικά κάδρα, με μεγάλη σημασία στη θέση των χαρακτήρων μέσα σε αυτά. Ο Elswit αναφέρει ότι ο Anderson προτιμούσε συγκεκριμένες εστιακές αποστάσεις — περίπου 40mm, 50mm, 75mm και 100mm — και κατανοούσε πώς αυτές επηρέαζαν τον ακριβή σχεδιασμό για το πού θα σταθούν, πώς θα κινηθούν οι ηθοποιοί και πώς θα τοποθετηθεί η κάμερα σε μια σκηνή ( διαδικασία blocking ).
Έτσι, το κάδρο δεν είναι απλώς ένας τρόπος καταγραφής, αλλά καθορίζει τη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες. Ο Plainview μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο και να κυριαρχεί στον χώρο, ενώ ο Eli Sunday να απομονώνεται μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Η φωτογραφία και το blocking δημιουργούν μια οπτική σχέση εξουσίας πριν ακόμη μιλήσουν οι χαρακτήρες.
Το bowling alley και η αναφορά στον Stanley Kubrick
Στο τέλος της ταινίας, η δράση μεταφέρεται στο bowling alley της έπαυλης του Plainview.
Ο Anderson ήθελε ο χώρος να θυμίζει Stanley Kubrick. Οι τοίχοι έγιναν λευκοί και το bowling alley μετατράπηκε σε έναν σχεδόν αφαιρετικό λευκό κύβο. Η συμμετρία και η καθαρότητα του χώρου έρχονται σε αντίθεση με τη βία που εξελίσσεται μέσα του.
Εδώ το φως δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο. Ο χώρος φωτίζεται αρκετά ομοιόμορφα, ενώ κρυφές μικρές πηγές συμπληρώνουν τα πρακτικά φωτιστικά του bowling alley. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν αντίθετο από τη φωτογραφία της πετρελαιοπηγής που εκεί κυριαρχούν η φωτιά, η κίνηση και το χάος, ενώ εδώ κυριαρχούν η γεωμετρία, το λευκό και η σταθερότητα.
Και μέσα σε αυτόν τον καθαρό χώρο βρίσκεται ένας άνθρωπος που έχει πλέον απογυμνωθεί από κάθε κοινωνικό περίβλημα.
Η κοινή οπτική γλώσσα Anderson–Elswit
Το There Will Be Blood δείχνει γιατί η συνεργασία σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας μπορεί να ξεπεράσει την απλή εφαρμογή μιας αισθητικής.
Ο Anderson φέρνει την ιδέα, τη δραματουργία, την αγάπη του για τον κλασικό κινηματογράφο και την ανάγκη του να ανακαλύπτει τη σκηνή κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Ο Elswit μετατρέπει αυτές τις ιδέες σε συγκεκριμένες φωτογραφικές αποφάσεις όπως το film stock, τους anamorphic φακούς, την έκθεση, τον φωτισμό, το blocking και την κίνηση.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα συγκεκριμένο στυλ που εφαρμόζεται σε κάθε σκηνή, αλλά ένα σύστημα που αλλάζει μαζί με τον κόσμο της ταινίας. Η έρημος χρειάζεται χώρο, οι εσωτερικοί χώροι χρειάζονται πυκνότητα και σκιές, η φωτιά χρειάζεται πραγματική φωτεινή πηγή και το bowling alley χρειάζεται γεωμετρία και καθαρότητα.
Κάθε επιλογή προκύπτει από τον χώρο και τη δραματουργία.
Τι μπορεί να μάθει ένας cinematographer από το There Will Be Blood
Το σημαντικότερο μάθημα της ταινίας δεν είναι η χρήση συγκεκριμένων φακών ή film stocks, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές επιλογές συνδέονται μεταξύ τους.
Αν επιλέξεις αργό film stock, πρέπει να σκεφτείς πώς θα φωτίσεις τον χώρο. Αν επιλέξεις παλιούς anamorphic φακούς, πρέπει να αποδεχτείς τις ατέλειές τους. Αν αποφασίσεις ότι η φωτιά θα είναι πραγματική πηγή φωτός, πρέπει να αποδεχτείς ότι ορισμένα πρόσωπα θα χαθούν μέσα στη σκιά. Και αν δεν υπάρχει DI ( ψηφιακή επεξεργασία ) για να διορθώσει την εικόνα αργότερα, η έκθεση και το contrast πρέπει να αποφασιστούν στο set.
Αυτές οι αποφάσεις δημιουργούν περιορισμούς. Οι περιορισμοί όμως είναι ακριβώς εκείνοι που δίνουν στην εικόνα χαρακτήρα.
Το There Will Be Blood είναι ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένας cinematographer μπορεί να χρησιμοποιήσει τους περιορισμούς όχι ως πρόβλημα, αλλά ως δημιουργικό εργαλείο.
Γιατί χώρισαν ο Anderson και ο Elswit μετά το Inherent Vice
Η συνεργασία Anderson και Elswit συνεχίστηκε για χρόνια μετά το There Will Be Blood, με το Inherent Vice να αποτελεί την τελευταία τους κοινή ταινία. Ανάμεσά τους υπήρξε και το The Master, το οποίο φωτογραφήθηκε από τον Mihai Mălaimare Jr., πριν ο Elswit επιστρέψει για το Inherent Vice.
Αργότερα, η συνεργασία τους ουσιαστικά ολοκληρώθηκε. Σε συνέντευξή του στο podcast Light the Fuse το 2019, ο ίδιος ο Elswit περιέγραψε τη σχέση τους ως " δυσάρεστη, σαν έναν κακό γάμο ", εξηγώντας ότι δεν απόλαυσε τη δουλειά στο Inherent Vice και ότι επρόκειτο για συνδυασμό δικών του και του Anderson χαρακτήρων που δεν ταίριαζαν πια, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής συνεργασίας.
Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τη σημασία της κοινής τους δουλειάς. Από το Hard Eight μέχρι το There Will Be Blood, οι δύο δημιουργοί απέδειξαν ότι η cinematography μπορεί να είναι ταυτόχρονα αυστηρή και αυθόρμητη, τεχνικά ακριβής και ανοιχτή στο απρόβλεπτο.
Το There Will Be Blood παραμένει η πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της συνεργασίας. Είναι μια ταινία όπου το τοπίο, ο φακός, το film stock, η φωτιά, η σκιά και η ανθρώπινη φιλοδοξία μοιάζουν να υπακούν στην ίδια αρχή:
η εικόνα πρέπει να υπηρετεί τον κόσμο και το νόημα της ιστορίας — χωρίς να τον " υπερβαίνει".
Συχνές ερωτήσεις για τον Paul Thomas Anderson και τον Robert Elswit
Ποιος είναι ο Robert Elswit;
Ο Robert Elswit, ASC, είναι Αμερικανός διευθυντής φωτογραφίας και ένας από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Paul Thomas Anderson. Κέρδισε το Oscar Καλύτερης Φωτογραφίας για το There Will Be Blood.
Σε ποιες ταινίες συνεργάστηκαν ο Paul Thomas Anderson και ο Robert Elswit;
Συνεργάστηκαν στα Hard Eight, Boogie Nights, Magnolia, Punch-Drunk Love, There Will Be Blood και Inherent Vice.
Με τι format γυρίστηκε το There Will Be Blood;
Η ταινία γυρίστηκε σε 35mm anamorphic με Panaflex Platinum και Millennium XL κάμερες. Χρησιμοποιήθηκαν διάφορες σειρές Panavision anamorphic φακών, μαζί με ειδικά τροποποιημένα οπτικά στοιχεία.
Ποια film stocks χρησιμοποιήθηκαν;
Χρησιμοποιήθηκαν Kodak Vision2 50D 5201 για τις ημερήσιες λήψεις και Vision2 200T 5217 για το νυχτερινό υλικό.
Γιατί η εικόνα του There Will Be Blood φαίνεται τόσο «παλιά»;
Η αίσθηση προέρχεται από έναν συνδυασμό 35mm film, anamorphic φακών, παλαιότερων και τροποποιημένων οπτικών, περιορισμένου post-production και προσεκτικά ελεγχόμενου φωτισμού. Δεν βασίζεται σε ένα μόνο φίλτρο ή εφέ.
Τι ιδιαίτερο έχει ο φακός Pathé;
Χρησιμοποιήθηκε ένα ασυμμέτρωτο οπτικό στοιχείο από κάμερα Pathé του 1910, προσαρμοσμένο από τον Dan Sasaki σε σύγχρονο κινηματογραφικό σύστημα. Ο φακός έδινε χαμηλότερη αντίθεση, βινιετάρισμα και χρωματικές αποκλίσεις και χρησιμοποιήθηκε μόνο σε επτά ή οκτώ επιλεγμένα μεταβατικά πλάνα.
Η φωτιά στην πετρελαιοπηγή ήταν πραγματική;
Ναι. Η φωτιά του derrick δημιουργήθηκε πραγματικά με ειδικά εφέ και καύσιμα από τον Steve Cremin. Το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής βασίστηκε σε πραγματική φωτιά, ενώ η αρχική έκρηξη ενισχύθηκε ψηφιακά.
Γιατί χρησιμοποιήθηκαν τόσο βαθιές σκιές στους εσωτερικούς χώρους;
Οι δημιουργοί ήθελαν οι χώροι να μοιάζουν με πραγματικούς χώρους της εποχής, όπου ο φωτισμός προερχόταν από περιορισμένες πηγές, όπως λάμπες πετρελαίου, κεριά και παράθυρα. Οι σκιές δεν αντιμετωπίζονταν ως πρόβλημα που έπρεπε να εξαλειφθεί.
Γιατί το There Will Be Blood θεωρείται σημαντικό παράδειγμα cinematography;
Επειδή συνδέει το format, τους φακούς, το film stock, τον φωτισμό, το production design και το blocking σε μία ενιαία δραματουργική γλώσσα. Η φωτογραφία δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από την ιστορία· καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον κόσμο και τους χαρακτήρες.
Γιατί χώρισαν ο Anderson και ο Elswit μετά το Inherent Vice;
Ο ίδιος ο Elswit περιέγραψε τη σχέση τους ως δύσκολη πλέον, χαρακτηρίζοντάς την «σαν κακό γάμο», και ανέφερε ότι δεν απόλαυσε τη συνεργασία στο Inherent Vice. Παρά ταύτα, δεν απέκλεισε εντελώς το ενδεχόμενο μελλοντικής συνεργασίας.
Πηγές
Δημοσιογραφικές και τεχνικές πηγές
American Society of Cinematographers, "Blood for Oil: There Will Be Blood".
American Society of Cinematographers, "Robert Elswit, ASC — The Traditionalist".
MovieMaker Magazine, συνέντευξη με τον Robert Elswit για το There Will Be Blood.
No Film School, ανάλυση της κινηματογράφησης και του εξοπλισμού.
NYFA, άρθρο για τη φωτογραφία και τις επιρροές από τον John Huston.
IndieWire, άρθρα για την εξέλιξη και τη ρήξη της συνεργασίας Anderson-Elswit.
The Playlist, συνέντευξη Elswit στο podcast Light the Fuse.
Wikipedia, λήμματα για τους Robert Elswit, Hard Eight και Inherent Vice.
ShotOnWhat, τεχνικά στοιχεία κάμερας και φακών.
Πρωτογενές υλικό
Paul Thomas Anderson, There Will Be Blood (2007).
Upton Sinclair, Oil! (1927), το μυθιστόρημα που ενέπνευσε το σενάριο.
Σχετικά Άρθρα
Βιτόριο Στοράρο και Μπερνάρντο Μπερτολούτσι - Κινηματογραφική αφήγηση , Φως και Χρώμα
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου