David Lynch και Frederick Elmes: Η φωτογραφία στο Eraserhead και στο Blue Velvet

David Lynch και Frederick Elmes — Όταν το σκοτάδι έγινε κινηματογραφικό υλικό

Δουλεύοντας το Eraserhead . Ο σκηνοθέτης David Lynch και ο διευθυντής φωτογραφίας Frederick Elmes

Υπάρχουν συνεργασίες σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας που βασίζονται σε μια κοινή τεχνική συνταγή. Υπάρχουν όμως και εκείνες που γεννιούνται από μια κοινή αντίληψη για το τι μπορεί να σημαίνει η εικόνα. Η σχέση του David Lynch με τον Frederick Elmes ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία, γι’ αυτό και δύσκολα περιγράφεται με τους συνηθισμένους όρους της κινηματογραφικής φωτογραφίας.

Ο Lynch δεν ήθελε απλώς σκοτεινά κάδρα. Ήθελε σκιές με βάρος, πυκνότητα και σχεδόν απτή υφή, σαν το σκοτάδι να ήταν ένα ακόμη υλικό πάνω στο σετ, εξίσου πραγματικό με τον σκουριασμένο μεταλλικό τοίχο ή το βρεγμένο σκυρόδεμα. Ο Elmes, νεαρός τότε φωτογράφος που προερχόταν από τον χώρο της φωτογραφίας, βρήκε τον τρόπο να μετατρέψει αυτή την αφηρημένη επιθυμία σε συγκεκριμένες επιλογές φωτισμού, φιλμ και εμφάνισης.

Οι δυο τους γνωρίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ως συνάδελφοι στο πρόγραμμα υποτροφιών του American Film Institute. Η πρώτη τους κοινή δουλειά, το Eraserhead, χρειάστηκε σχεδόν πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί. Εννέα χρόνια αργότερα, στο Blue Velvet, ο ίδιος δεσμός εμπιστοσύνης θα οδηγούσε σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα, γεμάτη χρώμα, νοσταλγία και μια επικίνδυνα λαμπερή λιακάδα. Ανάμεσα στις δύο ταινίες διαμορφώνεται μια ολόκληρη φιλοσοφία για το πώς η φωτογραφία μπορεί να λειτουργεί ως ψυχολογία και όχι ως διακόσμηση.

Δύο δημιουργοί που έμαθαν να μιλούν με το σκοτάδι

Πίσω από την σκηνή. Δουλεύοντας το Eraserhead . Ο σκηνοθέτης David Lynch και ο διευθυντής φωτογραφίας Frederick Elmes

Ο Frederick Elmes γεννήθηκε στο Mountain Lakes του New Jersey το 1946. Η πρώτη του επαφή με τη φωτογραφία ήρθε μέσα από μια Leica που του χάρισε ο πατέρας του. Αυτή η απλή, κοινή χειρονομία ( γεμάτη αγάπη ) αποδείχθηκε καθοριστική. Σπούδασε φωτογραφία στο Rochester Institute of Technology και στο George Eastman House, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στο τμήμα κινηματογράφου του New York University, όπου μαθήτευσε κοντά στον Τσέχο διευθυντή φωτογραφίας Beda Batka.

Εκεί, δουλεύοντας παράλληλα ως υπεύθυνος τεχνικός στην αίθουσα προβολών της σχολής, ανακάλυψε τον Ingmar Bergman και, ιδιαίτερα, τη δουλειά του Sven Nykvist. Η επιρροή αυτή θα τον ακολουθούσε σε όλη την καριέρα του.

Το 1971, ο Elmes πήρε υποτροφία στο conservatory του AFI, στο ιστορικό Greystone Mansion του Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε δύο ανθρώπους που θα επηρέαζαν καθοριστικά την πορεία του, τον John Cassavetes, δίπλα στον οποίο εργάστηκε ως βοηθός κάμερας στο A Woman Under the Influence και αργότερα ως χειριστής κάμερας στο The Killing of a Chinese Bookie, και τον David Lynch, έναν φοιτητή μία τάξη μεγαλύτερο, που εκείνη την περίοδο δούλευε πάνω σε ένα εικοσασέλιδο σενάριο με τίτλο Eraserhead.

Οι δύο σκηνοθέτες δημιουργοί λειτουργούσαν με σχεδόν αντίθετες αρχές. Ο Cassavetes αναζητούσε την ωμότητα, το νεύρο και την αίσθηση ότι το γύρισμα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξεφύγει από τον έλεγχο. Ο Lynch, αντίθετα, επιδίωκε την ακρίβεια και μια σχεδόν ζωγραφική πειθαρχία, μια εικόνα που θα έμοιαζε με "πίνακα που κινείται".

Ο Elmes τελικά έμαθε να λειτουργεί με άνεση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους. Αυτή η διπλή μαθητεία επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο θα προσέγγιζε κάθε σκηνή για το υπόλοιπο της καριέρας του.

Eraserhead (1977): Το εργοστάσιο που δεν σταματά να αναπνέει

Ο διευθυντής φωτογραφίας Frederick Elmes με τον Jack Nance στο Eraserhead.
Το Eraserhead δεν ξεκίνησε ως μια συνηθισμένη παραγωγή και δεν εξελίχθηκε ποτέ σε κάτι τέτοιο. Ο Lynch γύρισε την ταινία σε διάστημα πέντε ετών, εξασφαλίζοντας σταδιακά τη χρηματοδότηση, χρησιμοποιώντας τους στάβλους του AFI ως σκηνικό και δουλεύοντας με μια εξαιρετικά μικρή ομάδα, κυρίως τη νύχτα.

Η επιλογή του ασπρόμαυρου δεν ήταν αποτέλεσμα οικονομικού περιορισμού. Ήταν βασικό μέρος της αρχικής καλλιτεχνικής σύλληψης του Lynch.

Ο θάνατος του Herbert Cardwell και η ανάληψη του Elmes


Ο Elmes δεν ήταν ο αρχικός διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας. Τον ρόλο είχε αναλάβει ο Herbert Cardwell, ο οποίος πέθανε ξαφνικά στον ύπνο του, σε ηλικία 35 ετών, περίπου δύο χρόνια μετά την έναρξη των γυρισμάτων.

Ύστερα από περίπου έναν μήνα αναζήτησης, ο Lynch επέλεξε τον Elmes για να συνεχίσει την παραγωγή. Η πρόκληση ήταν διπλή γιατί θα έπρεπε όχι μόνο να μάθει να εργάζεται με τον ελάχιστο, σχεδόν ερασιτεχνικό εξοπλισμό της ταινίας, αλλά και να συνεχίσει οργανικά μια οπτική γλώσσα που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από κάποιον άλλο.

Πάντως στους τίτλους της ταινίας αναφέρονται και οι δύο φωτογράφοι ονομαστικά, μια σπάνια αναγνώριση μιας ασυνήθιστης δημιουργικής μετάβασης.

Kodak Plus-X και η τέχνη της υποέκθεσης

Σκηνή υποέκθεσης στο Eraserhead. Ο σκηνοθέτης David Lynch και ο διευθυντής φωτογραφίας Frederick Elmes

Το Eraserhead γυρίστηκε σε ασπρόμαυρο φιλμ 35mm Kodak Plus-X, ένα αργό, εξαιρετικά λεπτόκοκκο στοκ που ο Lynch θα χρησιμοποιούσε αργότερα και στο The Elephant Man.

Το Kodak Plus-X προσφέρει πλούσιους, ασημένιους μεσαίους τόνους. Ο Elmes, όμως, δεν άφησε το φιλμ να καθορίσει από μόνο του το βάθος του σκοταδιού. Αντίθετα, υποέκθετε σκόπιμα τις σκοτεινές περιοχές του κάδρου, επιτρέποντας μόνο στα πιο φωτεινά σημεία να διατηρούν πληροφορία, ενώ το υπόλοιπο κάδρο βυθιζόταν σε ένα συμπαγές μαύρο.

Στη συνέχεια, το φιλμ περνούσε από ενισχυμένη εμφάνιση (push processing), η οποία αύξανε ακόμη περισσότερο την αντίθεση δηλαδή τα λευκά γίνονταν πιο έντονα και τα μαύρα πιο βαριά. Στην ουσία εμφανίζουμε ένα φιλμ για περισσότερη ώρα (ή σε υψηλότερη θερμοκρασία) από την κανονική, προκειμένου να αναπτυχθούν περισσότερο, "ζωντανεύοντας" τις σκιές και αυξάνοντας τη φωτεινότητα των τονισμένων σημείων (highlights).

Ο Elmes έχει περιγράψει πόσο αντισυμβατική ήταν αυτή η διαδικασία. Ο Lynch, κοιτάζοντας μέσα από την κάμερα, του έλεγε επανειλημμένα κάτι σαν αυτό "Fred, βλέπω ακόμη λεπτομέρεια εκεί στις σκιές. Θέλω να είναι εντελώς μαύρο. Δεν θέλω να βλέπω τίποτα".

Για έναν φωτογράφο εκπαιδευμένο να διατηρεί όσο το δυνατόν περισσότερη πληροφορία στην εικόνα, αυτή η οδηγία ανέτρεπε το συνηθισμένο ένστικτο. Ο Elmes χρειάστηκε χρόνο για να την αποδεχτεί όχι ως αποτυχία φωτισμού, αλλά ως συνειδητή αισθητική αρχή.

Ένα φωτεινό σημείο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι


Η βασική τεχνική του Eraserhead ήταν λιτή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική. Ένα μικρό, ισχυρό και συχνά κρυμμένο φωτιστικό σώμα, τοποθετημένο ακριβώς έξω από το κάδρο, δημιουργούσε ακραία αντίθεση ανάμεσα σε ένα φωτισμένο πρόσωπο και ένα σχεδόν απόλυτα σκοτεινό φόντο.

Σε ορισμένες σκηνές, ο Elmes ή κάποιο μέλος του συνεργείου κρατούσε στο χέρι μια απλή λάμπα πάνω σε καλώδιο ή έναν φακό και τον μετακινούσε χειροκίνητα. Έτσι δημιουργούνταν οργανικές, ασταθείς σκιές στους τοίχους, μια λύση που ταίριαζε απόλυτα στη χειροποίητη, ανολοκλήρωτη αίσθηση της παραγωγής.

Σκηνή με φθορα σκουριά και τεχνικη raking light από το Eraserhead. Σκηνοθέτης David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας Ο Frederick Elmes

Για να αναδείξει τις σκουριασμένες, λιπαρές και υγρές επιφάνειες του βιομηχανικού σκηνικού, ο Elmes χρησιμοποιούσε φως από εξαιρετικά πλάγιες γωνίες, την τεχνική που είναι γνωστή ως raking light. Το φως περνά σχεδόν παράλληλα από μια επιφάνεια και αποκαλύπτει κάθε ανωμαλία, κάθε ρωγμή και κάθε ίχνος υφής.

Ο γενικός φωτισμός παρέμενε πολύ χαμηλός, ώστε το μεγαλύτερο μέρος του κάδρου να χάνεται στο σκοτάδι. Παράλληλα, καπνός και ομίχλη στο σετ έδιναν στο φως σχεδόν σωματική πυκνότητα.

Το γεγονός ότι όλα αυτά έγιναν με ελάχιστα μέσα έχει ιδιαίτερη σημασία. Με μικρό προϋπολογισμό και γυρίσματα που απλώνονταν σε βάθος χρόνου, ο Elmes δούλευε κυρίως με κοινές οικιακές λάμπες, τοποθετημένες σε απλά φωτιστικά. Ο Lynch, από την πλευρά του, έβαφε τμήματα των σκηνικών σε συγκεκριμένες αποχρώσεις του γκρι, του μαύρου και του λευκού, ώστε η αντίθεση να λειτουργεί σωστά κάτω από αυτές τις περιορισμένες πηγές φωτός.

Στο Eraserhead, ο σχεδιασμός παραγωγής και ο φωτισμός δεν ήταν δύο ξεχωριστά στοιχεία αλλά αποτελούσαν ένα ενιαίο σύστημα.

Η εμβληματική και σουρεαλιστική σκηνή της Lady in the Radiator

Η σουρεαλιστική σκηνή της Lady in the Radiator στο Eraserhead . Σκηνοθέτης ο David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας ο Frederick Elmes

Η στιγμή που η ταινία χάνεται πρόσκαιρα από το βιομηχανικό της σκοτάδι έρχεται με τη σκηνή της Lady in the Radiator, την οποία ερμηνεύει η Laurel Near.

Εδώ, ο Lynch και ο Elmes χρειάζονταν μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα δηλαδή έναν χώρο που να μοιάζει ουράνιος, αποκομμένος από την καθημερινή πραγματικότητα. Ένας ισχυρός, κάθετος προβολέας έδινε στη σκηνή τη στατική, σχεδόν βωντβιλική αίσθηση μιας παλιάς θεατρικής σκηνής ( η σκηνή αυτή συνοδεύεται από μια πολύ χαρακτηριστική ρετρό αισθητική με ζωντάνια, εξωστρέφεια, φασαρία, γέλιο ),

Παράλληλα, τα χαρακτηριστικά της Near τα απάλυνε το διάχυτο φως μέσα από φίλτρα diffusion και πρόσθετε στο δέρμα και στα ασημόλευκα μαλλιά της μια αχνή, αγγελική λάμψη. Το γυαλιστερό λευκό σατέν φόρεμά της δεχόταν απευθείας τη σκληρή δέσμη φωτός και σχεδόν υπερέκθετε το φιλμ, μετατρέποντας τη φιγούρα της σε ένα φωτεινό σημείο αναφοράς μέσα στη σκοτεινή σκηνή.

Στο πάτωμα, το χειροποίητο καρό μοτίβο, σκαλισμένο από τον ίδιο τον Lynch, αποκτούσε κάτω από το κάθετο φως μια έντονη, σχεδόν γραφιστική αντίθεση.

Blue Velvet (1986) - Όταν η λιακάδα έγινε πιο τρομακτική από το σκοτάδι

Εννέα χρόνια μετά το Eraserhead, ο Lynch και ο Elmes συναντήθηκαν ξανά. Στο μεταξύ, οι δρόμοι τους είχαν εν μέρει χωρίσει. Ο Lynch είχε γυρίσει το The Elephant Man με άλλον διευθυντή φωτογραφίας και στη συνέχεια το Dune με βρετανικό συνεργείο. Ο Elmes είχε εργαστεί στο δεύτερο συνεργείο του Dune, φωτογραφίζοντας αφηρημένες εικόνες φωτιάς και φλόγας που θα εμφανίζονταν αργότερα, σε διαφορετική μορφή, στο Wild at Heart ( 1990 ).

Όταν ο διάσημος Ιταλός παραγωγός Dino De Laurentiis στήριξε το Blue Velvet στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον Lynch, οι δύο δημιουργοί, ο Lynch και ο Elmes, διέθεταν πλέον χρόνια κοινής σκέψης, αλλά και μεγαλύτερη παραγωγική ελευθερία.

Η πρόκληση ήταν τώρα αντίστροφη από εκείνη του Eraserhead. Δεν έπρεπε να κατασκευάσουν το σκοτάδι, αλλά μια επιφάνεια τόσο φωτεινή και άψογη, ώστε η φρίκη που κρυβόταν από κάτω να χτυπά ακόμη πιο δυνατά.

Η εναρκτήρια ακολουθία: Μια εικαστική κατασκευή

Εναρκτήρια σκηνή στο Blue Velvet. σκηνοθέτης David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας o Frederick Elmes

Το εναρκτήριο μοντάζ του Blue Velvet παραμένει ένα από τα πιο μελετημένα ανοίγματα στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Elmes έχει αναφερθεί επανειλημμένα στη μακρά προετοιμασία του.

Ο Lynch και ο Elmes επέλεξαν λουλούδια με έντονα, πρωτογενή χρώματα —κόκκινα τριαντάφυλλα και κίτρινες τουλίπες— και τα τοποθέτησαν απέναντι σε έναν λευκό ξύλινο φράχτη και έναν καθαρό, βαθύ μπλε ουρανό.

Το πυροσβεστικό όχημα και ο σχολικός τροχονόμος γυρίστηκαν σε υψηλό ρυθμό καρέ, ώστε στην προβολή να εμφανίζονται σε αργή κίνηση. Έτσι, μια συνηθισμένη εικόνα αμερικανικής γειτονιάς αποκτούσε βαριά, ονειρική ποιότητα.

Εναρκτήρια σκηνή στο Blue Velvet. σκηνοθέτης David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας o Frederick Elmes

Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της ακολουθίας είναι η μετάβαση από τον άνδρα που ποτίζει το γκαζόν του σε μια μακροσκοπική λήψη μέσα στο ίδιο το γρασίδι, όπου έντομα κινούνται και παλεύουν κάτω από την επιφάνεια.

Ο Elmes χρησιμοποίησε ειδικό macro φακό, σπρώχνοντας την κάμερα σχεδόν μέσα στο χώμα. Ισχυρά, θερμά φωτιστικά εστιασμένα σε αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι εδάφους έκαναν τα έντομα να μοιάζουν τεράστια και επιθετικά, ενώ οι σκιές ανάμεσα στις λεπίδες του γρασιδιού μετατρέπονταν σε συμπαγείς μαύρες περιοχές.

Η εικόνα λειτουργεί σαν δήλωση αρχής για ολόκληρη την ταινία η οποία φανερώνει ότι η ομορφιά και η φρίκη κατοικούν στον ίδιο χώρο, αλλά αποκαλύπτονται σε διαφορετική κλίμακα.

Τεχνικές πηγές αναφέρουν ότι η ταινία γυρίστηκε με anamorphic φακούς J-C-C (Joe Dunton Camera), ενώ ο Elmes χρησιμοποιούσε συχνά έναν anamorphic φακό 75mm. Η επιλογή αυτή, κοντά στη λογική ενός μέσου τηλεφακού, συμπίεζε ελαφρά τον χώρο και έφερνε το φόντο πιο κοντά στους χαρακτήρες.

Το μικρό βάθος πεδίου απομόνωνε πρόσωπα όπως εκείνα του Jeffrey και της Dorothy, αφήνοντας το φόντο να διαλύεται σε απαλή θολούρα. Το χαρακτηριστικό οβάλ bokeh και οι διακριτικές οριζόντιες αντανακλάσεις γύρω από τις φωτεινές πηγές πρόσθεταν στην εικόνα μια ελαφρώς παραμορφωμένη, ονειρική υφή, μακριά από την αποστειρωμένη καθαρότητα ενός σύγχρονου ψηφιακού φακού.

Η σκηνή του "candy-colored clown"

Η σκηνή candy colored clown στο Blue Velvet. Ο Ben, τον οποίο υποδύεται ο Dean Stockwell, κάνει lip-sync στο In Dreams του Roy Orbison. Σκηνοθέτης ο David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας ο Frederick Elmes

Καμία σκηνή δεν συμπυκνώνει καλύτερα τη φωτογραφική λογική του Blue Velvet από τη στιγμή που ο Ben, τον οποίο υποδύεται ο Dean Stockwell, κάνει lip-sync στο In Dreams του Roy Orbison.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σκηνής —το φως στο πρόσωπο του Ben από ένα φωτιστικό εργαλείου μηχανικού— δεν υπήρχε αρχικά στο σενάριο. Προέκυψε τυχαία κατά τη διάρκεια των δοκιμών θέσης, όταν κάποιος από το τμήμα σκηνικών σήκωσε το φωτιστικό σαν πρόχειρο μικρόφωνο για να δείξει πού θα στεκόταν ο ηθοποιός.

Ο Lynch ενθουσιάστηκε αμέσως και η τυχαία χειρονομία μετατράπηκε σε βασικό στοιχείο της σκηνής.

Επειδή ο Ben κρατά το φωτιστικό στο ύψος του στήθους, το φως χτυπά το πρόσωπό του από κάτω προς τα πάνω. Η τεχνική αυτή είναι γνωστή ως monster lighting, καθώς ανατρέπει τις φυσικές σκιές του προσώπου και δημιουργεί μια θεατρική, σχεδόν βαμπιρική εικόνα.

Το υπόλοιπο δωμάτιο παραμένει βυθισμένο σε ακραίο low-key φωτισμό, με τις άκρες του κάδρου να χάνονται στο μαύρο. Ο Ben απομονώνεται έτσι μέσα σε μια φυσαλίδα φωτός, σαν να έχει αποκοπεί από την πραγματικότητα.

Την ίδια στιγμή, η ταπετσαρία διατηρεί έναν ζεστό, ελαφρώς άρρωστο χρυσοκίτρινο τόνο. Η αντίθεση αυτή ενισχύει την παραίσθηση του candy-colored ονείρου.

Υπάρχει και μια μικρή, σχεδόν κινηματογραφική ειρωνεία στη σκηνή. Η σκιά του Ben στον τοίχο πίσω του φαίνεται να ταλαντεύεται μαζί με το τραγούδι, όμως δεν είναι η πραγματική του σκιά.

Όπως έχει εξηγήσει ο Elmes, η φυσική σκιά δεν λειτουργούσε όπως χρειαζόταν. Έτσι, ένας ηλεκτρολόγος στεκόταν πίσω από το σκηνικό και κρατούσε ένα χάρτινο κοπτό σχήμα, το οποίο μετακινούσε με το χέρι για να δημιουργήσει μια τεχνητή, πιο εκφραστική σκιά.

Η λεπτομέρεια αυτή αποκαλύπτει τη γενικότερη φιλοσοφία της συνεργασίας ότι όταν η πραγματικότητα δεν παράγει το σωστό συναίσθημα, κατασκευάζεις την εικόνα που μπορεί να το εκφράσει, χωρίς να αποκαλύπτεις ποτέ το τέχνασμα.

Η Sandy που αναδύεται από το σκοτάδι

Η Sandy στο σκοτάδι Blue Velvet. Σκηνοθέτης ο David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας ο Frederick Elmes

Σε αντίθεση με την τεχνική πολυπλοκότητα άλλων σκηνών, η στιγμή που η Sandy, την οποία υποδύεται η Laura Dern, εμφανίζεται από το απόλυτο σκοτάδι σε έναν έρημο δρόμο, φορώντας ένα ανοιχτόχρωμο φόρεμα, υλοποιήθηκε —όπως έχει περιγράψει ο Elmes— στην κάμερα και όχι μέσα από κάποιο ιδιαίτερο οπτικό τέχνασμα.

Ο Lynch ήθελε η Sandy να μοιάζει σαν να αναδύεται από τη σκιά της ιτιάς που κινείται στο φόντο. Αφού συμφώνησαν στη διάθεση της σκηνής, η λύση προέκυψε αποκλειστικά μέσα από τον έλεγχο του φωτισμού, χωρίς πρόσθετα εφέ.

Ο Elmes θυμάται τη στιγμή ως μία από τις πιο απολαυστικές του γυρίσματος, ακριβώς επειδή η εικόνα, η μουσική και ο ήχος λειτούργησαν αμέσως ως ενιαίο σύνολο. Η απλότητα του αποτελέσματος, ωστόσο, έκρυβε έναν εξαιρετικά ακριβή έλεγχο των επιμέρους στοιχείων.

"Δεν βλέπω τίποτα" -  Η φιλοσοφία του σκοταδιού

O Jeffrey στην ντουλάπα στο Blue Velvet. Σκηνοθέτης ο David Lynch και διευθυντής φωτογραφίας ο Frederick Elmes

Ίσως η πιο αποκαλυπτική ιστορία της συνεργασίας τους αφορά τη σκηνή όπου ο Jeffrey κρύβεται στην ντουλάπα της Dorothy και κινδυνεύει να αποκαλυφθεί.

Κατά τη διάρκεια της εμφάνισης του φιλμ στο εργαστήριο, ο Lynch επέμενε επανειλημμένα στον Elmes ότι η σκηνή ήταν πολύ φωτεινή και έπρεπε να γίνει πιο σκοτεινή. Έτσι, οι δυο τους σκοτείνιασαν ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Μερικούς μήνες αργότερα, στην πρεμιέρα της ταινίας στο θέατρο της Directors Guild, ο Elmes είπε στον Lynch "Δεν βλέπω τίποτα σε αυτή τη σκηνή".

Η απάντηση του Lynch ήταν άμεση, "Ναι, είναι υπέροχο".

Η ιστορία αυτή συνοψίζει καλύτερα από οποιαδήποτε τεχνική ανάλυση τι σήμαινε το σκοτάδι για τον Lynch. Δεν ήταν απουσία πληροφορίας αλλά η ίδια η πληροφορία.

Από το Eraserhead στο Blue Velvet -  Η εξέλιξη μιας κοινής γλώσσας

Με την πρώτη ματιά, οι δύο ταινίες μοιάζουν σχεδόν ασύνδετες. Το Eraserhead είναι ένα ασπρόμαυρο, βιομηχανικό εφιαλτικό όνειρο, γυρισμένο με ελάχιστο προϋπολογισμό. Το Blue Velvet είναι μια έγχρωμη ταινία, μια σχετικά υψηλού κόστους παραγωγή, τοποθετημένη σε μια ηλιόλουστη αμερικανική επαρχιακή πόλη.

Κι όμως, σε βαθύτερο επίπεδο, η βασική αρχή παραμένει ίδια,  ότι δηλαδή το φως δεν φανερώνει  πλήρως το νόημα του χώρου.

Στο Eraserhead, αφήνει τις γωνίες του κάδρου να χαθούν σε απόλυτο σκοτάδι. Στο Blue Velvet, κάνει την επιφανειακή λιακάδα τόσο τέλεια, ώστε η ίδια να γίνεται ανησυχητική.

Μερικά χρόνια αργότερα, στο Wild at Heart, η σχέση τους θα εξερευνούσε τη φωτιά και τη φλόγα ως κυρίαρχα οπτικά μοτίβα. Η ταινία χάρισε στους δύο δημιουργούς τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1990, ενώ μια δεκαετία αργότερα τιμήθηκαν με το Duo Award του φεστιβάλ Camerimage, μια σπάνια διάκριση που αναγνωρίζει ρητά τη σχέση σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας ως ενιαία δημιουργική μονάδα.

Η κληρονομιά της συνεργασίας Lynch–Elmes

Ο Elmes εξελέγη μέλος της American Society of Cinematographers το 1993, με συστάσεις από τους Haskell Wexler, Caleb Deschanel και Steven Poster. Το 2020 τιμήθηκε με το Βραβείο Ζωής της ίδιας εταιρείας.

Η καριέρα του επεκτάθηκε πολύ πέρα από τη συνεργασία του με τον Lynch, περιλαμβάνοντας μακρόχρονες σχέσεις με δημιουργούς όπως τον Jim Jarmusch και τον πολυβραβευμένο Ang Lee. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος έχει τονίσει επανειλημμένα πόσο καθοριστική υπήρξε η περίοδος του Eraserhead και του Blue Velvet για τον τρόπο με τον οποίο έμαθε να "διαβάζει" έναν σκηνοθέτη.

Η σημαντικότερη κληρονομιά της συνεργασίας τους δεν είναι μια συγκεκριμένη τεχνική. Είναι η απόδειξη ότι το σκοτάδι μπορεί να λειτουργήσει ως αφηγηματικό υλικό, εξίσου ισχυρό με το φως, αρκεί ο δημιουργός να έχει την πειθαρχία να το αφήσει να παραμείνει σκοτάδι.

Ο Lynch πέθανε τον Ιανουάριο του 2025, σε ηλικία 78 ετών. Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του σχετικά με τον σκηνοθέτη, ο Elmes θυμήθηκε μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη σχέση τους. Ο Lynch τον έμαθε να εμπιστεύεται ιδέες που αρχικά έμοιαζαν παράλογες και να δοκιμάζει τον δρόμο που φαινόταν λιγότερο ασφαλής, επειδή, όπως έλεγε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, "ίσως αυτός να είναι πραγματικά ο σωστός τρόπος".

Γιάννης Κίντζιος

Συχνές ερωτήσεις για τον David Lynch και τον Frederick Elmes

Πόσες ταινίες έκαναν μαζί ο David Lynch και ο Frederick Elmes;

Ο Elmes ήταν διευθυντής φωτογραφίας σε τρεις μεγάλου μήκους ταινίες του Lynch: Eraserhead (1977), Blue Velvet (1986) και Wild at Heart (1990), καθώς και στη μικρού μήκους The Cowboy and the Frenchman. Εργάστηκε επίσης ως επικεφαλής του δεύτερου συνεργείου κάμερας στο Dune (1984), όπου φωτογράφισε αφηρημένες εικόνες φωτιάς και φλόγας.

Ήταν ο Frederick Elmes ο αρχικός διευθυντής φωτογραφίας του Eraserhead;

Όχι. Ο αρχικός διευθυντής φωτογραφίας ήταν ο Herbert Cardwell, ο οποίος πέθανε ξαφνικά στον ύπνο του σε ηλικία 35 ετών, περίπου δύο χρόνια μετά την έναρξη των γυρισμάτων. Μετά από περίπου έναν μήνα αναζήτησης, ο Lynch επέλεξε τον Elmes για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την ταινία.

Σε τι φιλμ γυρίστηκε το Eraserhead;

Η ταινία γυρίστηκε σε ασπρόμαυρο φιλμ 35mm Kodak Plus-X. Ο Elmes υποέκθετε σκόπιμα τις σκοτεινές περιοχές του κάδρου και χρησιμοποιούσε ενισχυμένη εμφάνιση, ώστε να δημιουργήσει τα συμπαγή μαύρα και τα έντονα λευκά που χαρακτηρίζουν την εικόνα της ταινίας.

Γιατί οι σκιές στο Eraserhead είναι τόσο απόλυτα μαύρες;

Επειδή ο Lynch το ζητούσε ρητά. Ο Elmes έχει αναφέρει ότι ο σκηνοθέτης τού ζητούσε επανειλημμένα να αφαιρεί κάθε λεπτομέρεια από τις σκιές, θεωρώντας ότι η απόλυτη έλλειψη πληροφορίας μπορούσε να είναι πιο εκφραστική από μια ημιδιαφανή σκιά.

Πώς φωτίστηκε η σκηνή του «candy-colored clown» στο Blue Velvet;

Το βασικό φωτιστικό στοιχείο ήταν ένα αυτοσχέδιο φωτιστικό εργαλείου μηχανικού, το οποίο ο Dean Stockwell κρατούσε σαν πρόχειρο μικρόφωνο. Το φως έπεφτε στο πρόσωπό του από κάτω προς τα πάνω, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο παρέμενε βυθισμένο σε ακραίο low-key σκοτάδι.

Ήταν πραγματική η σκιά του Ben στη σκηνή του «candy-colored clown»;

Όχι. Επειδή η φυσική σκιά δεν λειτουργούσε όπως χρειαζόταν, ένας ηλεκτρολόγος πίσω από το σκηνικό κρατούσε ένα χάρτινο κοπτό σχήμα και το μετακινούσε με το χέρι, δημιουργώντας μια τεχνητή σκιά στον τοίχο.

Πώς γυρίστηκε η εναρκτήρια ακολουθία του Blue Velvet;

Ο Lynch και ο Elmes επέλεξαν λουλούδια με έντονα χρώματα και γύρισαν το πυροσβεστικό όχημα και τον σχολικό τροχονόμο σε υψηλό ρυθμό καρέ, ώστε να δημιουργηθεί αργή κίνηση. Για τη μετάβαση στα έντομα κάτω από το γρασίδι χρησιμοποίησαν macro φακό και ισχυρό φωτισμό, δημιουργώντας την αντίθεση ανάμεσα στην τέλεια επιφάνεια και στη φρίκη που κρύβεται από κάτω.

Ποια είναι η σημαντικότερη κληρονομιά της συνεργασίας Lynch–Elmes;

Η συνεργασία τους απέδειξε ότι το σκοτάδι μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργό αφηγηματικό υλικό και όχι απλώς ως απουσία φωτός. Η κινηματογραφική σχέση τους τιμήθηκε με το Duo Award του φεστιβάλ Camerimage το 2000, ως αναγνώριση της συνεργασίας σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας ως ενιαίας δημιουργικής μονάδας.

Πηγές

Διαβάστε περισσότερα άρθρα για τον Κινηματογράφο και την Φωτογραφία 

    Σχόλια

    Δημοφιλείς αναρτήσεις