David Cronenberg και Peter Suschitzky στο Dead Ringers και το Crash
David Cronenberg και Peter Suschitzky – Η Σιωπηλή Αισθητική του Φωτός
| Ο σκηνοθέτης David Cronenberg και ο διευθυντής φωτογραφίας Peter Suschitzky |
Υπάρχουν συνεργασίες ανάμεσα σε σκηνοθέτες και διευθυντές φωτογραφίας που χτίζουν σιγά σιγά μια κοινή γλώσσα. Κι ύστερα υπάρχουν εκείνες που λειτουργούν σχεδόν αθόρυβα, χωρίς να χρειάζονται πολλές εξηγήσεις.
Η σχέση του David Cronenberg με τον Peter Suschitzky ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Ίσως είναι και η πιο ασυνήθιστη επαγγελματική συνύπαρξη αυτής της σειράς: δύο άνθρωποι που συνεργάστηκαν σε δέκα ταινίες μέσα σε είκοσι έξι χρόνια, χωρίς σχεδόν ποτέ να χρειαστεί να μιλήσουν ανοιχτά για το πώς έπρεπε να μοιάζει η κάθε ταινία.
"Δεν μιλάμε καθόλου, ή σχεδόν καθόλου, για το πώς θα φαίνεται η ταινία", έχει πει ο Suschitzky. Ο Cronenberg τού στέλνει το σενάριο, χωρίς να ακολουθούν συζητήσεις για την εικόνα. Το οπτικό ύφος δεν προκύπτει από ένα look book ( συλλογή από οπτικές αναφορές που αποτυπώνουν το οπτικό ύφος της ταινίας ) ή από αναλυτικά πλάνα φωτισμού. Διαμορφώνεται, όπως εξηγεί ο ίδιος ο διευθυντής φωτογραφίας, ενστικτωδώς — και πρέπει να "κλειδώσει" από το πρώτο πλάνο του γυρίσματος, γιατί εκείνη η αρχική απόφαση θα καθορίσει ολόκληρη την ταινία.
Δύο άνθρωποι που δεν χρειάζονταν να μιλήσουν πολύ
| Ο διευθυντής φωτογραφίας Peter Suschitzky |
Ο Peter Suschitzky γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1941, γιος του Wolfgang Suschitzky, ενός Αυστριακού εβραϊκής καταγωγής φωτογράφου και διευθυντή φωτογραφίας που έζησε 104 χρόνια και έμεινε γνωστός, μεταξύ άλλων, για το Get Carter. Μεγαλώνοντας ανάμεσα σε Cinex strips, σκοτεινούς θαλάμους και μια πρωτόγονη Box Brownie που του χάρισαν στα έξι του, ο Suschitzky λέει σήμερα ότι το πάθος του ήταν αρχικά η μουσική, όχι η εικόνα. Ο πατέρας του τον έπεισε να σπουδάσει κινηματογράφο στο IDHEC του Παρισιού, όμως ο ίδιος έφυγε από τη σχολή ύστερα από έναν χρόνο, θεωρώντας ότι θα μάθαινε περισσότερα δουλεύοντας. Έγινε clapper boy στα 19 και camera operator στα 22, ενώ το πρώτο του έργο ως διευθυντή φωτογραφίας ήρθε σε ντοκιμαντέρ στη Λατινική Αμερική, με μια Arriflex 16S στο χέρι, όταν ήταν μόλις 21 ετών.
Η καριέρα του πριν από τον Cronenberg ήταν ήδη εντυπωσιακή και εξαιρετικά ανομοιογενής. Aπό το It Happened Here, το μεταμοντέρνο ψευδο-ντοκιμαντέρ για μια υποθετική ναζιστική κατοχή της Βρετανίας, που γυριζόταν επί οκτώ χρόνια με ερασιτεχνικά μέσα, μέχρι το queer, το κιτς αριστούργημα The Rocky Horror Picture Show (1975). Ακολούθησαν το Valentino του Ken Russell, που του χάρισε υποψηφιότητα για BAFTA, και το The Empire Strikes Back (1980), μια από τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες της αρχικής τριλογίας του Star Wars, γυρισμένη μέσα στις χιονοθύελλες της Νορβηγίας.
| Ο σκηνοθέτης David Cronenberg |
Η γνωριμία με τον Cronenberg ήρθε γύρω στο 1987. Ο σκηνοθέτης είχε πέντε ονόματα διευθυντών φωτογραφίας στη λίστα του για το Dead Ringers, μετά την αποχώρηση του μέχρι τότε τακτικού συνεργάτη του Mark Irwin στη φάση της προπαραγωγής. Ο Suschitzky παραδέχεται, με μια δόση αυτοσαρκασμού, ότι δεν είχε δει καμία ταινία του Cronenberg πριν συναντηθούν, επειδή δεν του άρεσε το είδος του τρόμου. «Κάτι κλίκαρε ανάμεσά μας», λέει σήμερα. Από εκείνη τη συνάντηση και μετά, ο Suschitzky φωτογράφισε κάθε ταινία του Cronenberg για τα επόμενα 26 χρόνια, μέχρι το Maps to the Stars (2014), σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί τον μοναδικό πραγματικά μακρόχρονο «επαγγελματικό γάμο» της καριέρας του.
Dead Ringers (1988): το σώμα ως δίδυμο, το φως ως διαχωριστική γραμμή
Το «αόρατο» split-screen: πώς έγιναν οι δίδυμοι ένα σώμα
Πριν από το Dead Ringers, οι τεχνικές split-screen απαιτούσαν σχεδόν πάντα μια ακίνητη και "κλειδωμένη" κάμερα, κάτι που έκανε τις σκηνές με δύο εκδοχές του ίδιου ηθοποιού να μοιάζουν στατικές, σχεδόν θεατρικές.
Ο Cronenberg και ο Suschitzky, σε συνεργασία με το εργαστήριο εφέ Film Effects of Toronto, ανέπτυξαν κάτι πιο περίπλοκο, δηλαδή ένα "αόρατο κινούμενο soft split-screen" (χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο ή περισσότερες διαφορετικές λήψεις (takes) στην ίδια σκηνή, χωρίς ο θεατής να καταλάβει ότι υπάρχει διαχωρισμός στην οθόνη), σε συνδυασμό με κάμερα motion-control που καταγράφει και αναπαράγει την ακριβή τροχιά μιας κίνησης. Η κάμερα motion-control είναι ένα ρομποτικό σύστημα κάμερας που ελέγχεται από υπολογιστή και μπορεί να εκτελεί και να επαναλαμβάνει απολύτως ακριβείς, πανομοιότυπες κινήσεις όσες φορές χρειαστεί.
Ο Irons ερμήνευε πρώτα τον έναν δίδυμο, η κάμερα κατέγραφε την κίνησή της, και στη συνέχεια ο ηθοποιός ερμήνευε τον δεύτερο δίδυμο απέναντι σε μια προβολή της πρώτης του ερμηνείας, με την κάμερα να επαναλαμβάνει επακριβώς την ίδια κίνηση pan ( πανοραμική ), tilt ( κάθετη ) και dolly ( πλησίασμα ή απομάκρυνση από το θέμα ).
Το αποτέλεσμα είναι μια κάμερα που κινείται μαζί με τους διδύμους, όχι μια στατική σύνθεση δύο κομμένων πλάνων. Σε μία από τις πιο περίπλοκες λήψεις της ταινίας, μια αντίστροφη τράκα ακολουθεί τους δύο διδύμους να περπατούν προς την κάμερα, με το σημείο του split να μετατοπίζεται σιγά σιγά καθώς αλλάζει η γωνία λήψης.
Μόνο στο τελικό, θανάσιμο τελετουργικό της ταινίας χρειάστηκε να παρουσιαστούν οι δύο δίδυμοι σε πραγματική σωματική επαφή. Ο Beverly ξαπλωμένος πάνω στα πόδια του αδελφού του. Εκεί, το split-screen δεν αρκούσε και χρειάστηκε σωσίας.
Το κλινικό γαλάζιο και η κόκκινη διάρρηξη
Το διαμέρισμα και η κλινική των διδύμων έχουν ψυχρά και αυστηρά χρώματα: βαθύ μπλε, γκρι και σκούρες αποχρώσεις του ξύλου. Η εικόνα είναι καθαρή και αποστασιοποιημένη, όπως και οι ίδιοι οι δύο άνδρες, αλλά και ο κλειστός κόσμος στον οποίο ζουν.
Μέσα σε αυτό το σχεδόν άχρωμο περιβάλλον, οι έντονες κόκκινες χειρουργικές ρόμπες ξεχωρίζουν απότομα. το κόκκινο κόβει το ψυχρό περιβάλλον σαν αίμα σε άσπρο σεντόνι και προαναγγέλλει την κατάρρευση των διδύμων, καθώς και την αλλοίωση της ιατρικής τους αποστολής.
Η ίδια δραματουργική λογική διατρέχει και τον φωτισμό. Στο πρώτο μισό της ταινίας, το φως είναι καθαρό, ομοιόμορφο και σχεδόν χωρίς σκιές — σαν να προέρχεται από ένα αποστειρωμένο εργαστήριο. Όσο η κοινή ταυτότητα των διδύμων διαλύεται, οι σκιές πυκνώνουν και βαθαίνουν, μέχρι να καταπιούν σχεδόν κάθε ίχνος φωτός.
Η συμμετρία ως ψυχολογικός καθρέφτης
Η σύνθεση του κάδρου στο Dead Ringers δεν είναι ποτέ τυχαία. Ο Suschitzky επιστρέφει διαρκώς σε αυστηρή, σχεδόν εμμονική συμμετρία. Τοποθετεί τους διδύμους στις αντίθετες πλευρές του κάδρου, δημιουργώντας μια εύθραυστη ισορροπία, ενώ οι καθρέφτες και τα τζάμια θολώνουν τα όρια ανάμεσα στις δύο ταυτότητες.
Το κάδρο και το φως δεν περιορίζονται στην περιγραφή του χώρου. Γίνονται προέκταση της ψυχολογίας των χαρακτήρων — μια οπτική αντανάκλαση της ταυτότητας που διαρκώς διχάζεται, μετατοπίζεται και χάνει τα όριά της.
Crash (1996): όταν το ατύχημα έγινε ερωτική επιφάνεια
Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Cronenberg μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το καθηλωτικό μυθιστόρημα του J.G. Ballard, μια ιστορία ανθρώπων που ανακαλύπτουν σεξουαλική διέγερση μέσα από τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Ο ίδιος ο Cronenberg έχει εξηγήσει γιατί μετέφερε τη δράση από το Λονδίνο του βιβλίου στο Τορόντο: το μυθιστόρημα, λέει, ήταν "πνευματικά" τοποθετημένο στη Βόρεια Αμερική από την αρχή, με τα αυτοκίνητα του Ballard να είναι αμερικανικά μοντέλα και όχι βρετανικά.
Το "αόρατο" πολύπλοκο σχέδιο πίσω από μια φαινομενικά λιτή εικόνα
Ο Cronenberg περιγράφει τη φωτογραφία του Crash ως "αόρατη αν και πολύπλοκη". Ο λόγος είναι καθαρά πρακτικός, Κάνοντας γυρίσματα σε εξωτερικούς αυτοκινητοδρόμους χωρίς τον προϋπολογισμό για να φωτίσουν χιλιόμετρα δρόμου, ο Suschitzky αναγκάστηκε να αναλάβει ρίσκο και να βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στο διαθέσιμο φως όπως τις λάμπες νατρίου ατμών στους αυτοκινητοδρόμους, τους προβολείς αυτοκινήτων και τον οδικό φωτισμό.
Το εμβληματικό Lincoln της ταινίας ήταν ανοιχτό, δίνοντας στον διευθυντή φωτογραφίας τη δυνατότητα να κρύψει στο εσωτερικό του μικρά φωτιστικά. Με πράσινα και κοκκινωπά-πορτοκαλί τζελ, έδινε στο δέρμα των ηθοποιών μια ανεπαίσθητα άρρωστη, αισθησιακή χροιά, που ξεχώριζε μέσα στην ατσάλινη παλέτα της ταινίας.
Στις σκηνές οδήγησης, μια νταλίκα με φωτιστικά ρυμουλκούσε το αυτoκίνητο. Τα φώτα βρίσκονταν λίγο έξω από το κάδρο, μπροστά από το όχημα, δίνοντας την εντύπωση ότι έχει φωτιστεί ολόκληρος ο δρόμος, ενώ στην πραγματικότητα φωτιζόταν μόνο το τμήμα που η κάμερα επρόκειτο να καταγράψει.
Ένας περιορισμός του προϋπολογισμού λοιπόν μετατράπηκε σε μια αισθητική υπογραφή δηλαδή μια εικόνα που μοιάζει φυσική, ενώ είναι αποτέλεσμα προσεκτικά ελεγχόμενων επιλογών.
Χρώμα δέρματος, χρώμα μετάλλου
Η χρωματική ταυτότητα του Crash ξεκίνησε από μια απόφαση για τα κοστούμια. Σύμφωνα με τον Cronenberg, η ομάδα επέλεξε αποχρώσεις που θύμιζαν μελανιές και μωλωπισμένο δέρμα. Η επιλογή αυτή επηρέασε σταδιακά ολόκληρη την παραγωγή.
Η λευκή ταπετσαρία του Mazda Miata της Catherine, όπως περιγράφεται στο βιβλίο, έγινε κινηματογραφικά ασημί. Το εσωτερικό του αυτοκινήτου απέκτησε μια ιδιαίτερη μοβ απόχρωση, ανύπαρκτη στη γραμμή παραγωγής του μοντέλου.
Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα όπου το ανθρώπινο δέρμα και το μεταλλικό αμάξωμα μοιράζονται την ίδια ψυχρή χρωματική παλέτα. Το σώμα και η μηχανή μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια ύλη — σαν το ένα να αποτελεί προέκταση του άλλου.
Κλειστοφοβικά κοντινά πλάνα και η εσωτερική «γυάλα»
Σε αντίθεση με τις ανοιχτές, αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Dead Ringers, το Crash χτίζεται πάνω σε στενά, σωματικά κοντινά πλάνα. Πολλές από τις πιο κρίσιμες σκηνές διαδραματίζονται μέσα στον περιορισμένο χώρο ενός αυτοκινήτου, με την κάμερα τοποθετημένη σχεδόν κολλητά στους ηθοποιούς, στριμώχνοντας τον θεατή στον ίδιο, ασφυκτικό χώρο. Στα εσωτερικά, το φως προέρχεται συχνά από το ταμπλό ή από διερχόμενα φανάρια, δημιουργώντας έναν απομονωμένο, σχεδόν ενυδρειακό κόσμο όπου ο έξω χώρος χάνεται και οι χαρακτήρες μοιάζουν παγιδευμένοι μέσα σε μια γυάλινη κάψουλα.
Ο Cronenberg έχει μιλήσει για την εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια που απαιτούσαν αυτές οι σκηνές. Το κάδρο έπρεπε σχεδόν πάντα να τοποθετεί τον οδηγό αριστερά και τον δρόμο δεξιά. Πρόκειται για μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη απόφαση σύνθεσης. Όμως, όπως συμβαίνει και με δεκάδες άλλες επιλογές της ταινίας, η επανάληψή της διαμορφώνει μια εικόνα που μοιάζει οικεία και ταυτόχρονα εντελώς ανοίκεια.
Από το Dead Ringers στο Crash: η ίδια πειθαρχία, αντίστροφη κατεύθυνση
Οι δύο ταινίες μοιάζουν, με την πρώτη ματιά, σχεδόν αντίθετες. Το Dead Ringers είναι αρχιτεκτονικό, ανοιχτό και συμμετρικό. Το Crash είναι στενό, σωματικό και ασύμμετρο. Κι όμως, πίσω από αυτή την αντίθεση βρίσκεται η ίδια κινηματογραφική αρχή. Για τον Suschitzky, το φως δεν διακοσμεί τον χώρο — τον οργανώνει ψυχολογικά. Στο Dead Ringers, το ψυχρό γαλάζιο και η αυστηρή συμμετρία αντανακλούν μια ταυτότητα που διασπάται στα δύο. Στο Crash, το μεταλλικό φως φέρνει κοντά δύο κόσμους που θα έπρεπε να παραμένουν διακριτοί: το ανθρώπινο σώμα και το μηχανικό αμάξωμα. Τα μετατρέπει σε μία κοινή, σχεδόν αδιαχώριστη επιφάνεια.
Και στις δύο ταινίες, η φωτογραφία ακολουθεί την ίδια πειθαρχία που περιγράφει ο Suschitzky για τη συνεργασία του με τον Cronenberg, δηλαδή χωρίς προκαθορισμένες συνταγές, χωρίς εκτενή moodboards, χωρίς περιττές εξηγήσεις. To moodboard (πίνακας διάθεσης) είναι ένα οπτικό κολάζ που συγκεντρώνει εικόνες, χρώματα, υλικά, υφές και λέξεις-κλειδιά για να αποτυπώσει το στυλ, την αισθητική και τη διάθεση ενός δημιουργικού έργου.
Το ένστικτο της πρώτης ημέρας του γυρίσματος γίνεται η βάση πάνω στην οποία χτίζεται ολόκληρη η οπτική γλώσσα της ταινίας.
Η κληρονομιά της συνεργασίας Cronenberg–Suschitzky
Η συνεργασία του David Cronenberg με τον Peter Suschitzky συνεχίστηκε και μετά το Crash, με ταινίες όπως τα eXistenZ, Spider, A History of Violence, Eastern Promises, A Dangerous Method και Cosmopolis. Η κοινή τους πορεία ολοκληρώθηκε με το Maps to the Stars το 2014. Στη συνέχεια, ο Douglas Koch ανέλαβε τη θέση του βασικού διευθυντή φωτογραφίας στις ταινίες του Cronenberg.
Το 2016, ο Suschitzky τιμήθηκε στις Κάννες με το βραβείο Pierre Angénieux «Excellens» για τη συνολική προσφορά του στην κινηματογραφική φωτογραφία. Αργότερα κυκλοφόρησε το φωτογραφικό βιβλίο Naked Reflections, επιστρέφοντας στη στατική εικόνα — μια μορφή έκφρασης που τον γοήτευε ήδη πριν στραφεί στον κινηματογράφο.
Η σημαντικότερη κληρονομιά της συνεργασίας τους, όμως, δεν βρίσκεται σε κάποια συγκεκριμένη τεχνική ή σε ένα εύκολα αναγνωρίσιμο οπτικό μοτίβο. Βρίσκεται στην απόδειξη ότι μια σχεδόν αθόρυβη επαγγελματική σχέση μπορεί να γεννήσει εικόνες μεγάλης ψυχολογικής έντασης.
Ο Suschitzky δεν χρειαζόταν να ρωτήσει τον Cronenberg πώς έπρεπε να μοιάζει κάθε σκηνή. Διάβαζε το σενάριο, εμπιστευόταν το ένστικτό του και άφηνε το φως να εκφράσει όσα δεν χρειάζονταν να ειπωθούν.
Συχνές ερωτήσεις για τον David Cronenberg και τον Peter Suschitzky
Πόσες ταινίες έκαναν μαζί ο David Cronenberg και ο Peter Suschitzky; Ο Suschitzky φωτογράφισε δέκα ταινίες του Cronenberg, ξεκινώντας από το Dead Ringers (1988) και ολοκληρώνοντας με το Maps to the Stars (2014): ανάμεσά τους το Naked Lunch, το M. Butterfly, το Crash, το eXistenZ, το Spider, το A History of Violence, το Eastern Promises, το A Dangerous Method και το Cosmopolis.
Ήταν ο Suschitzky ο πρώτος τακτικός διευθυντής φωτογραφίας του Cronenberg; Όχι. Ο τακτικός συνεργάτης του Cronenberg μέχρι το Dead Ringers ήταν ο Mark Irwin, ο οποίος αποχώρησε από την ταινία στη φάση της προπαραγωγής. Ο Suschitzky τον αντικατέστησε και παρέμεινε ο βασικός φωτογράφος του σκηνοθέτη για τα επόμενα 26 χρόνια.
Πώς κατάφερε ο Jeremy Irons να παίξει και τους δύο διδύμους στο Dead Ringers; Μέσα από έναν συνδυασμό «αόρατου» κινούμενου soft split-screen και κάμερας motion-control, η οποία καταγράφει και επαναλαμβάνει επακριβώς την ίδια κίνηση pan, tilt και dolly. Ο Irons ερμήνευε πρώτα τον έναν δίδυμο, και στη συνέχεια τον δεύτερο απέναντι σε προβολή της πρώτης ερμηνείας, με την κάμερα να αναπαράγει ακριβώς την ίδια τροχιά.
Τι συμβολίζει το κόκκινο στο Dead Ringers; Μέσα σε μια αυστηρή παλέτα από γαλάζια, γκρίζα και ξύλινους τόνους, οι έντονα κόκκινες χειρουργικές ρόμπες λειτουργούν σαν ανοιχτή πληγή μέσα στο ψυχρό περιβάλλον, σηματοδοτώντας οπτικά την κατάρρευση των διδύμων στην τρέλα.
Γιατί το Crash έχει τόσο μεταλλική, ψυχρή εικόνα; Ο Suschitzky δούλεψε σε μεγάλο βαθμό με διαθέσιμο φως, κυρίως λάμπες νατρίου ατμών στους αυτοκινητοδρόμους, λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα, μια απόφαση για μελανιάσματα χρώματα στα κοστούμια επηρέασε και τον χρωματισμό των αυτοκινήτων, δημιουργώντας μια ενιαία, ψυχρή χρωματική οικογένεια ανάμεσα σε δέρμα και μέταλλο.
Πόσο συζητούσαν ο Cronenberg και ο Suschitzky το ύφος μιας ταινίας πριν το γύρισμα; Ελάχιστα. Και οι δύο έχουν περιγράψει τη διαδικασία τους ως σχεδόν χωρίς λόγια: ο Cronenberg στέλνει το σενάριο, ο Suschitzky διαβάζει, και το οπτικό ύφος της ταινίας «κλειδώνει» ενστικτωδώς την πρώτη μέρα του γυρίσματος.
Ποια είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά της συνεργασίας τους; Η απόδειξη ότι το φως μπορεί να λειτουργήσει ως ψυχολογικό εργαλείο, όχι απλώς ως αισθητική επιλογή, ανεξάρτητα από το πόσο λιτή είναι η επικοινωνία ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον φωτογράφο. Ο Suschitzky τιμήθηκε το 2016 με το βραβείο Pierre Angénieux «Excellens» στις Κάννες για το σύνολο της καριέρας του.
Πηγές
- Wikipedia, Peter Suschitzky
- Wikipedia, Dead Ringers (film)
- Wikipedia, Crash (1996 film)
- American Cinematographer / ASC, Crash: Driver's Side
- Live Design, Collision Course: Crash Puts DP Peter Suschitzky in the Driver's Seat
- Film and Digital Times, Interview with Peter Suschitzky, ASC
- Filmmaker Magazine, DP Peter Suschitzky on The Empire Strikes Back, Collaborating with David Cronenberg
- The Criterion Channel, Dead Ringers Featurette: Twinning Effects
- Roger Ebert, Dead Ringers (1988)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου