Kiarostami και Kalari: Η φωτογραφία στο The Wind Will Carry Us
Abbas Kiarostami και Mahmoud Kalari — Η ταινία με την αφήγηση εκτός κάδρου
Πώς ένας φανός θυέλλης, δύο αυτοκίνητα και ένα σχεδόν ανύπαρκτο φωτιστικό setup δημιούργησαν την πιο σιωπηλή αφήγηση του ιρανικού κινηματογράφου.
Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στην ταινία The Wind Will Carry Us (1999) που αξίζει να αναφερθεί από την αρχή. Οι σημαντικότεροι χαρακτήρες της ταινίας δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνη.
Το τριμελές συνεργείο του πρωταγωνιστή, ο εργάτης που σκάβει έναν λάκκο και η υπέργηρη γυναίκα της οποίας τον θάνατο περιμένει ο ήρωας υπάρχουν αποκλειστικά μέσα από τον ήχο. Οι φωνές τους ακούγονται πίσω από τοίχους, πόρτες και κλειστά περάσματα, ενώ η κάμερα επιμένει να δείχνει μόνο όσα είναι απαραίτητα.
Το The Wind Will Carry Us δεν είναι απλώς μια ταινία για την αναμονή. Είναι μια ταινία που αρνείται συστηματικά να δείξει αυτό που ο θεατής περιμένει να δει και, αντί γι' αυτό, του ζητά να συμπληρώσει το κάδρο με τη δική του φαντασία.
Αυτή η εμπιστοσύνη στο αόρατο, όμως, δεν θα λειτουργούσε χωρίς μια εξίσου αυστηρή πειθαρχία στο ορατό. Ο Mahmoud Kalari, ο διευθυντής φωτογραφίας που κλήθηκε να μεταφράσει τη φιλοσοφία του Abbas Kiarostami σε εικόνα, δεν δούλεψε με το συνηθισμένο οπλοστάσιο μιας σύγχρονης παραγωγής. Αντίθετα, χρειάστηκε να περιορίσει την τεχνική του εργαλειοθήκη σε όσα μπορούσαν πραγματικά να μεταφερθούν με ένα αυτοκίνητο.
Και μέσα από αυτόν τον περιορισμό γεννήθηκε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφικές γλώσσες του ιρανικού κινηματογράφου.
Abbas Kiarostami και Mahmoud Kalari: δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στην κινηματογραφική εικόνα
![]() |
| O διευθυντής φωτογραφίας Mahmoud Kalari |
Εργάστηκε για τέσσερα χρόνια ως φωτορεπόρτερ του γαλλικού πρακτορείου Sigma, καταγράφοντας, μεταξύ άλλων, πρόσωπα και στιγμές της Ιρανικής Επανάστασης. Οι φωτογραφίες του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά σε όλο τον κόσμο και το 1980 το Time τον συμπεριέλαβε ανάμεσα στους δεκαπέντε καλύτερους φωτογράφους της χρονιάς.
Η μετάβασή του στον κινηματογράφο έγινε σχεδόν τυχαία. Το 1984 ένας σκηνοθέτης τον προσκάλεσε να φωτογραφήσει το Frosty Roads, μια ταινία που γυρίστηκε μέσα στον χειμώνα με ελάχιστα μέσα. Ο Kalari δεν είχε προηγούμενη εμπειρία με κινηματογραφική κάμερα. Πήρε τον εξοπλισμό στο σπίτι του για μία εβδομάδα και τον μελέτησε μόνος του.
Η ταινία του χάρισε το βραβείο καλύτερης φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Fajr και άνοιξε τον δρόμο για μια μακρά καριέρα, μέσα στην οποία συνεργάστηκε με σημαντικούς Ιρανούς σκηνοθέτες, όπως ο Mohsen Makhmalbaf και ο Dariush Mehrjui. Αργότερα, η δουλειά του στο A Separation του Asghar Farhadi θα συνέδεε το όνομά του με μία από τις σημαντικότερες διεθνείς επιτυχίες του σύγχρονου ιρανικού κινηματογράφου.

Για τον Kiarostami, ένα συνεργείο δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει περισσότερα μέλη από όσα θα μπορούσαν να μεταφέρουν δύο αυτοκίνητα.
Η απαίτηση αυτή μπορεί να ακούγεται περιοριστική, όμως στην πράξη λειτούργησε ως δημιουργικό πλαίσιο. Γενικότερα ο Kiarostami λειτουργούσε αφαιρετικά, δηλαδή αφαιρούσε από τον Kalari πολλές επιλογές αναγκάζοντάς τον παράλληλα να αποφασίσει ποιες πραγματικά χρειάζονταν.
The Wind Will Carry Us: Η ποιητική ταινία της σιωπής

Λίγα λόγια για την ταινία
Η ταινία του Abbas Kiarostami παρακολουθεί έναν μηχανικό-δημοσιογράφο από την Τεχεράνη που φτάνει με το συνεργείο του σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό του ιρανικού Κουρδιστάν. Εκεί περιμένει τον θάνατο μιας ηλικιωμένης γυναίκας, ώστε να καταγράψει τις τελετουργίες πένθους της κοινότητας. Η γυναίκα, όμως, δεν πεθαίνει, και η αναμονή ανατρέπει σταδιακά τον σκοπό της αποστολής του. Καθώς κινείται ανάμεσα στους κατοίκους, στα σπίτια και στους γύρω λόφους, ο Behzad έρχεται αντιμέτωπος με έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και με ερωτήματα για τον θάνατο, την ανθρώπινη επαφή και τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Το φίλμ, μέσα από τη παρατεταμένη αναμονή, την αφαίρεση και την αλληλεπίδραση με τους κατοίκους, μετατρέπεται σε μια ποιητική στοχαστική περισυλλογή γύρω από τη ζωή, τον θάνατο και το πέρασμα του χρόνου.
Τι κρατάμε ως φωτογράφοι
Το The Wind Will Carry Us υπενθυμίζει ότι η φωτογραφία δεν χρειάζεται να δείχνει τα πάντα για να αφηγηθεί μια ιστορία και μας διδάσκει την τέχνη της αφαίρεσης και της πειθαρχίας στο φυσικό φως. Ο Kalari αξιοποιεί το τοπίο, την αρχιτεκτονική του χωριού και τις αποστάσεις, αφήνοντας τον άνθρωπο να εντάσσεται στο περιβάλλον αντί να κυριαρχεί πάνω του.
Αυτό που πρώτα παρατηρούμε στη ταινία είναι ότι το τοπίο το ίδιο είναι μέρος της αφήγησης και ότι η κλίμακα μπορεί να εκφράσει την απομόνωση, την αναμονή ή την αδυναμία των χαρακτήρων. Επίσης είναι φανερό ότι η κάμερα καταγράφει όχι μόνο όσα υπάρχουν μπροστά μας, αλλά και όσα αφήνει τον θεατή να φανταστεί. Μια φωνή, μια σκιά ή ένα βλέμμα προς κάτι, που δεν βλέπουμε, μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη ένταση από μια άμεση αποκάλυψη. Γενικότερα η ταινία αξιοποιεί την εκτός κάδρου αφήγηση, είτε με την ομιλία και τους ήχους είτε με τα βλέμματα.
Για τους φωτογράφους δρόμου, η ταινία αυτή αποτελεί μια απόδειξη ότι μια απλή κάμερα, ένας φακός και το διαθέσιμο φως αρκούν, όταν οι επιλογές έχουν σαφή σκοπό. Παρακινεί επίσης τον φωτογράφο να δίνει χρόνο στο κάδρο του, να μην αλλάζει θέση ή τη σύνθεση βιαστικά. Επίσης να παρατηρεί το φυσικό φως, περιμένοντας να αλλάξει την γωνία του ο ήλιος, και να μελετά πώς αυτό μεταμορφώνει τους τοίχους , τα περάσματα και τα πρόσωπα.
Αποφθέγματα και αρχές του Kalari
"Η φωτογραφία είναι η πύλη προς τον κινηματογράφο. Επειδή η φωτογραφία βοηθά το μυαλό να μεταμορφώσει την τρισδιάστατη ζωντανή πραγματικότητα σε έναν δισδιάστατο κόσμο"
"Σε πολλές περιπτώσεις, περιμέναμε τρεις με τέσσερις ώρες για να πετύχουμε το καλύτερο φως για μια φωτογραφία." Ο Kalari περιγράφει την κοινή φωτογραφική εμπειρία του με τον Kiarostami.
The Wind Will Carry Us: Το casting και η ασυνήθιστη επιλογή του πρωταγωνιστή
Η πρόσληψη του Kalari φαίνεται να συνδέθηκε, κατά έναν περίεργο τρόπο, με το casting της ταινίας.
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος ο Kiarostami, σε συνέντευξή του στο Film Comment, είχε επισκεφθεί ένα παλαιότερο γύρισμα του Kalari και είχε προσέξει τον βοηθό και gaffer του, Behzad Dorani. Ο σκηνοθέτης εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα και την εμφάνισή του και αποφάσισε να τον προορίσει για πρωταγωνιστή της ταινίας The Wind Will Carry Us. Ο Kiarostami πάντως είχε έναν ενδοιασμό και φοβόταν ότι, αν ο Dorani γνώριζε πως υποδύεται έναν ρόλο, θα άρχιζε να "παίζει" και θα έχανε τη φυσικότητά του.
Η λύση που δόθηκε ήταν παράδοξη αλλά αποτελεσματική. Ο Kiarostami προσέλαβε τον Kalari ως διευθυντή φωτογραφίας και έτσι ο Dorani βρέθηκε στο γύρισμα χωρίς να γνωρίζει αρχικά ότι θα ήταν στην πραγματικότητα ο πρωταγωνιστής της ταινίας.
Και εδώ, για να εξηγούμαστε, πέρα από τον μύθο, ο Dorani γνώριζε εξ αρχής ότι επρόκειτο να είναι ο κεντρικός χαρακτήρας μπροστά στην κάμερα. Το τέχνασμα του Kiarostami δεν ήταν να του αποκρύψει τον ρόλο, αλλά να εκμεταλλευτεί την προηγούμενη σχέση συνεργασίας και οικειότητας μεταξύ του Kalari και του Dorani. Με το να έχει τον Kalari πίσω από τον φακό, ο σκηνοθέτης δημιούργησε ένα περιβάλλον όπου ο ερασιτέχνης Dorani θα ένιωθε ασφαλής και δεν θα έπεφτε στην παγίδα της θεατρικής επιτήδευσης.
Η μέθοδος πάντως αυτής της επιλογής του πρωταγωνιστή ταιριάζει απόλυτα στη σκηνοθετική φιλοσοφία του Kiarostami μια και η φυσικότητα δεν προκύπτει απαραίτητα όταν ζητάς από κάποιον να είναι φυσικός αλλά μπορεί να συμβεί όταν κάποιος νιώθει περισσότερη ασφάλεια με το περιβάλλον και λιγότερη επίγνωση για τις λεπτομέρειες.
Η κινηματογραφική φωτογραφία του The Wind Will Carry Us: όσα χωρούν σε ένα αυτοκίνητο

Για να τηρήσει τον κανόνα του Kiarostami, ο Kalari έπρεπε να περιορίσει τον εξοπλισμό του στα απολύτως απαραίτητα.
Επέλεξε την ARRIFLEX 35 II C, μια ελαφριά και ανθεκτική κάμερα 35mm, κατάλληλη για τα στενά, πετρόχτιστα περάσματα και τις ανώμαλες διαδρομές του χωριού. Αντί για ένα μεγάλο σετ ζουμ, χρησιμοποίησε λίγους βασικούς σταθερούς φακούς, αρκετούς ώστε να χωρούν σε μία μικρή τσάντα.
Δεν υπήρχαν ράγες, ντόλι ή γερανοί. Για τα στατικά πλάνα χρησιμοποιούσε ένα ελαφρύ τρίποδο, ενώ για τις συνομιλίες μέσα στο αυτοκίνητο η κάμερα μπορούσε να στηρίζεται στοιχειωδώς στο ταμπλό του οχήματος του Kiarostami.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η απουσία συμβατικού φωτιστικού εξοπλισμού. Ο Kalari βασιζόταν κυρίως στο φυσικό φως της ιρανικής υπαίθρου, χρησιμοποιώντας φορητούς ανακλαστήρες όπου χρειαζόταν να επιστρέψει λίγο φως στις σκιές.
Αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί παραγωγικός περιορισμός μετατράπηκε τελικά σε μια αισθητική αρχή.
Η εικόνα δεν προσπαθεί να επιδείξει την τεχνική που βρίσκεται πίσω της. Αφήνει τον ήλιο, τη σκόνη, την αρχιτεκτονική και τις φυσικές μεταβολές του φωτός να κάνουν μεγάλο μέρος της δουλειάς.
Η συνεργασία Kiarostami–Kalari και η δημιουργική τριβή στο γύρισμα
Η ήρεμη επιφάνεια της ταινίας δεν σημαίνει ότι η συνεργασία πίσω από την κάμερα ήταν εξίσου ήρεμη.
Σύμφωνα με αρχειακό υλικό του British Film Institute, ο Kiarostami και ο Kalari είχαν σημαντικές διαφωνίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Η σκηνοθετική μέθοδος του Kiarostami περιλάμβανε ένα ασταθές σενάριο, ερασιτέχνες ηθοποιούς και απρογραμμάτιστες ενέργειες που μπορούσε να ζητήσει από τους ηθοποιούς ακόμη και κατά την διάρκεια της λήψης.
Για έναν διευθυντή φωτογραφίας με πιο οργανωμένη αντίληψη της παραγωγής, αυτή η μέθοδος μπορούσε εύκολα να δημιουργήσει ανασφάλεια.
Παρά τη διαφωνία, όμως, η τριβή αυτή φαίνεται να έγινε μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Η πειθαρχημένη φωτογραφική ματιά του Kalari συνάντησε την αυτοσχεδιαστική και συχνά απρόβλεπτη μέθοδο του Kiarostami, και από αυτή τη συνάντηση προέκυψε μια εικόνα που μοιάζει ταυτόχρονα αυθόρμητη και εξαιρετικά ελεγχόμενη.
Το χωριό του The Wind Will Carry Us: η αρχιτεκτονική, το βάθος και ο οπτικός λαβύρινθος
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Σιαχ Νταρέχ, ένα απομακρυσμένο χωριό στο ιρανικό Κουρδιστάν, χτισμένο μέσα σε μια χαράδρα ανάμεσα σε δύο απόκρημνους λόφους.
Η αρχιτεκτονική του χωριού προσέφερε στον Kiarostami κάτι περισσότερο από ένα αυθεντικό σκηνικό. Οι στέγες των χαμηλότερων σπιτιών λειτουργούν ταυτόχρονα ως δρόμοι και περάσματα για τα σπίτια που βρίσκονται ψηλότερα. Το αποτέλεσμα είναι ένας χώρος που μοιάζει να έχει περισσότερα επίπεδα από όσα μπορεί να αντιληφθεί ο θεατής με την πρώτη ματιά.
Ο πρωταγωνιστής κινείται μέσα σε αυτό το περιβάλλον σαν ξένος. Ανεβαίνει, κατεβαίνει, χάνεται ανάμεσα σε σκάλες, τοίχους και τοξωτά ανοίγματα, χωρίς ο χώρος να εξηγείται ποτέ πλήρως.
Η φωτογραφία δεν προσπαθεί να τον κάνει να αισθανθεί ότι ελέγχει το περιβάλλον του. Αντίθετα, διατηρεί την αίσθηση ότι το χωριό είναι μεγαλύτερο και πιο σύνθετο από την εικόνα που μπορεί να δει.
Ο λόφος και το νεκροταφείο: το σημείο όπου ο ήρωας επικοινωνεί με τον έξω κόσμο
Έξω από το χωριό βρίσκεται ένας γυμνός, χρυσαφένιος λόφος με ένα νεκροταφείο. Εκεί βρίσκεται και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα εικόνας της ταινίας.
Το κινητό τηλέφωνο του πρωταγωνιστή δεν έχει σήμα μέσα στην φυσική κοιλότητα που είναι χτισμένο το χωριό. Για να επικοινωνήσει λοιπόν με τον έξω κόσμο, πρέπει να ανεβαίνει μέχρι την κορυφή του λόφου. Έτσι, η ίδια η γεωγραφία μετατρέπεται σε αφηγηματικό μηχανισμό.
Όσο περισσότερο ο ήρωας θέλει να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο, τόσο περισσότερο πρέπει να απομακρυνθεί από το χωριό. Το ύψος του λόφου γίνεται, ταυτόχρονα, πρακτική ανάγκη και ψυχολογική απόσταση.
Στις σκηνές αυτές ο Kalari χρησιμοποιεί πιο ρευστές, κυκλικές πανοραμικές κινήσεις. Η κάμερα μπορεί να περιστρέφεται γύρω από τον πρωταγωνιστή μέσα σε μία ενιαία λήψη, δημιουργώντας έναν οπτικό κύκλο που αντανακλά τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της αναμονής.
Η σκηνή στο κελάρι: πώς φωτίστηκε με ένα μόνο φανάρι

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του The Wind Will Carry Us διαδραματίζεται μέσα στο σκοτεινό υπόγειο όπου ο πρωταγωνιστής συναντά μια νεαρή κοπέλα που αρμέγει μια αγελάδα.
Η σκηνή έχει συχνά συνδεθεί με τον μύθο ότι φωτίστηκε από ένα μόνο σπίρτο. Αυτό όμως δεν ευσταθεί ως γεγονός.
Η πραγματική πηγή φωτός είναι ένα φανάρι θύελλας, τοποθετημένο στο έδαφος δίπλα στην αγελάδα. Πρόκειται για ένα πολύ πρακτικό φως, δηλαδή μια φωτεινή πηγή που υπάρχει πραγματικά μέσα στον χώρο και εμφανίζεται μέσα στην εικόνα.
Η σκηνή αρχίζει με μια εντυπωσιακή μεταβολή της έκθεσης. Καθώς ο πρωταγωνιστής κατεβαίνει τη σκάλα, το σώμα του καλύπτει το φως της ημέρας που έρχεται από την είσοδο και ο χώρος βυθίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στο σκοτάδι.
Ο θεατής χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί και το ίδιο επίσης συμβαίνει και στον χαρακτήρα.
Όταν η εικόνα επανέρχεται, το φανάρι δημιουργεί μια μικρή φωτεινή περιοχή μέσα σε έναν απόλυτα σκοτεινό χώρο. Οι άκρες του κάδρου χάνονται στο μαύρο και το βλέμμα συγκεντρώνεται στη φλόγα, στην αγελάδα και στα πρόσωπα που βρίσκονται κοντά της.
Η σκηνή δεν προσπαθεί να φανερώσει τον χώρο αλλά τον αφήνει να υπάρχει μέσα από όσα το φως επιτρέπει στον θεατή να ανακαλύψει.
Το ποίημα της Forough Farrokhzad και η σκηνή με την αγελάδα

Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από το ποίημα Ο Άνεμος Θα Μας Πάρει της Forough Farrokhzad, μιας από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης περσικής ποίησης.
Η απαγγελία του ποιήματος μέσα στο σκοτεινό κελάρι προσθέτει ένα δεύτερο επίπεδο στη σκηνή. Ο μορφωμένος επισκέπτης μιλά για έρωτα και θάνατο, ενώ απέναντί του βρίσκεται μια κοπέλα που ασχολείται με μια απολύτως φυσική και χειρωνακτική εργασία.
Η απόσταση μεταξύ τους δεν είναι μόνο κοινωνική αλλά είναι και πολιτισμική, συναισθηματική και γλωσσική.
Η φωτογραφία ενισχύει αυτή την απόσταση χωρίς να χρειάζεται να την εξηγήσει.
Αφαίρεση και αόρατοι χαρακτήρες: η δύναμη του κινηματογραφικού εκτός κάδρου
Ο Kiarostami χρησιμοποιεί συχνά πολύ μακρινά γενικά πλάνα, όπου ένα μικρό αυτοκίνητο κινείται ανάμεσα στους μεγάλους όγκους των βουνών, ενώ οι διάλογοι μέσα στο αυτοκίνητο ακούγονται καθαρά.
Έτσι, η σχέση ανάμεσα στην εικόνα και τον ήχο δεν ακολουθεί την παραδοσιακή κινηματογραφική λογική. Ένα πρόσωπο μπορεί να βρίσκεται πολύ μακριά στο κάδρο, αλλά η φωνή του να ακούγεται σαν να βρίσκεται δίπλα μας.
Η απόσταση της εικόνας και η απόσταση του ήχου παύουν να συμπίπτουν.
Αυτό επιτρέπει στην ταινία να διαχωρίσει την πληροφορία από την ορατότητα. Δεν χρειάζεται να δούμε κάποιον για να ξέρουμε ότι βρίσκεται εκεί. Δεν χρειάζεται να δείξουμε ένα γεγονός για να το κάνουμε σημαντικό.
Οι μεγάλες λήψεις και η σχετικά ακίνητη κάμερα αφήνουν χώρο και χρόνο να ξετυλιχθεί η εικόνα του χωριού στην οθόνη. Ο άνεμος, το τοπίο, οι διαδρομές και οι παύσεις συμβάλλουν σε αυτό και αφήνουν τις εικόνες να αναπνεύσουν.
Η κινηματογραφική κληρονομιά του The Wind Will Carry Us
Το The Wind Will Carry Us κέρδισε το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής και το βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1999 και παραμένει μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ιρανικού κινηματογράφου.
Για τον Kalari αποτέλεσε επίσης σημαντικό σταθμό στην καριέρα του και συνδέθηκε με την ευρύτερη διεθνή αναγνώριση της δουλειάς του, η οποία θα συνεχιζόταν τα επόμενα χρόνια μέσα από συνεργασίες με σημαντικούς Ιρανούς σκηνοθέτες.
Για τους ανθρώπους της φωτογραφίας, όμως, το σημαντικότερο δίδαγμα της συνεργασίας Kiarostami–Kalari βρίσκεται αλλού.
Δεν είναι η απόδειξη ότι μπορείς να κάνεις μια ταινία με ελάχιστο εξοπλισμό αλλά είναι η υπενθύμιση ότι ο περιορισμός μπορεί να γίνει μια αρχή αισθητικής.
Όταν η τεχνική εργαλειοθήκη μικραίνει, κάθε απόφαση αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Ένας φακός, η θέση της κάμερας, μια αλλαγή στην έκθεση, ένας ανακλαστήρας ή ένα πρακτικό φως δεν είναι πλέον απλά επιλογές, μέσα από δεκάδες άλλες, αλλά γίνονται μέρος της ίδιας της αφήγησης.
Στο The Wind Will Carry Us, το ελάχιστο δεν σημαίνει φτωχή εικόνα αλλά σημαίνει εικόνα που ξέρει ακριβώς τι δεν χρειάζεται να δείξει.
Συχνές ερωτήσεις για το The Wind Will Carry Us, τον Abbas Kiarostami και τον Mahmoud Kalari
Γιατί οι σημαντικότεροι χαρακτήρες του The Wind Will Carry Us δεν εμφανίζονται στην οθόνη;
Η απουσία τους αποτελεί βασική αφηγηματική επιλογή του Abbas Kiarostami. Οι χαρακτήρες υπάρχουν κυρίως μέσα από τις φωνές τους και το εκτός κάδρου, αναγκάζοντας τον θεατή να δημιουργήσει νοητικά ένα μέρος του κόσμου της ταινίας. Η τεχνική αυτή συνδέει άμεσα τον ήχο με τη φαντασία και μετατρέπει το αόρατο σε ενεργό μέρος της αφήγησης.
Ποιος ήταν ο Mahmoud Kalari και ποια ήταν η προσέγγισή του στη φωτογραφία;
Ο Kalari ξεκίνησε από τη φωτογραφία δρόμου και το φωτορεπορτάζ και πέρασε στον κινηματογράφο τη δεκαετία του 1980. Η εμπειρία του ως φωτορεπόρτερ επηρέασε έντονα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τον φυσικό χώρο και το διαθέσιμο φως. Στο The Wind Will Carry Us η προσέγγισή του χαρακτηρίζεται από λιτό εξοπλισμό, φυσικό φωτισμό και μεγάλη προσοχή στη σχέση ανάμεσα στο τοπίο και τον άνθρωπο.
Με ποια κάμερα γυρίστηκε το The Wind Will Carry Us;
Η ταινία γυρίστηκε με ARRIFLEX 35 II C, μια σχετικά ελαφριά κάμερα 35mm που ταίριαζε στη μέθοδο παραγωγής του Kiarostami και στις δύσκολες συνθήκες του χωριού.
Γιατί ο Kiarostami επέμενε ο εξοπλισμός να χωράει σε ένα αυτοκίνητο;
Ο περιορισμός υπηρετούσε τη φορητότητα και την ευελιξία του συνεργείου. Αντί να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κινηματογραφικό setup που θα επηρέαζε τον χώρο και τους ανθρώπους του χωριού, ο Kiarostami προτιμούσε μια μικρή ομάδα και ελάχιστο εξοπλισμό. Αυτό ταίριαζε και στη φυσική, αυτοσχεδιαστική μέθοδό του.
Πώς φωτίστηκε η περίφημη σκοτεινή σκηνή στο κελάρι;
Η βασική πηγή φωτός ήταν ένα φανάρι θύελλας τοποθετημένο μέσα στον χώρο, δίπλα στην αγελάδα. Η σκηνή αξιοποιεί τη μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στο φως της εισόδου και στο σκοτάδι του κελαριού, αφήνοντας μεγάλο μέρος του κάδρου να χαθεί στη σκιά.
Ποιο ποίημα ακούγεται στο The Wind Will Carry Us;
Η ταινία πήρε τον τίτλο της από το ποίημα Ο Άνεμος Θα Μας Πάρει της Forough Farrokhzad. Η ποίηση της Farrokhzad προσθέτει στη σκηνή του κελαριού ένα επίπεδο που συνδέει την επιθυμία, τον θάνατο και τη σχέση ανάμεσα στον επισκέπτη και τον τοπικό κόσμο.
Πώς χρησιμοποιεί ο Kiarostami το εκτός κάδρου στην ταινία;
Με ιδιαίτερα συστηματικό τρόπο. Άνθρωποι, χώροι και γεγονότα συχνά παραμένουν έξω από το κάδρο, ενώ οι φωνές και οι ήχοι τους παραμένουν παρόντες. Έτσι, ο θεατής καλείται να συμπληρώσει την εικόνα και να συμμετάσχει ενεργά στη δημιουργία του κινηματογραφικού χώρου.
Γιατί το φυσικό τοπίο είναι τόσο σημαντικό στη φωτογραφία της ταινίας;
Το τοπίο δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο. Οι λόφοι, οι στέγες, οι δρόμοι και το νεκροταφείο καθορίζουν την κίνηση των χαρακτήρων και συχνά επηρεάζουν άμεσα την αφήγηση. Η γεωγραφία γίνεται μέρος της δραματουργίας.
Υπήρξαν διαφωνίες ανάμεσα στον Kiarostami και τον Kalari;
Ναι. Η αυτοσχεδιαστική μέθοδος του Kiarostami, η έλλειψη αυστηρού σεναριακού πλαισίου και η χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών δημιούργησαν τριβές με τον Kalari. Η διαφορά αυτή στις μεθόδους εργασίας, ωστόσο, φαίνεται ότι συνέβαλε τελικά στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης οπτικής γλώσσας της ταινίας.
Ποια είναι η βασική φωτογραφική αρχή που μπορεί να κρατήσει ένας κινηματογραφιστής από την ταινία;
Ότι ο περιορισμός δεν σημαίνει απαραίτητα λιγότερη δημιουργικότητα. Στο The Wind Will Carry Us, η απουσία μεγάλου φωτιστικού και μηχανικού εξοπλισμού οδηγεί σε πιο προσεκτικές αποφάσεις για το κάδρο, τη θέση της κάμερας, το φυσικό φως και τον χρόνο της λήψης. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα που υπηρετεί την αφήγηση χωρίς να επιδεικνύει την τεχνική της.
Πηγές
-
Film Comment — Interview with Mahmoud Kalari
Για τη συνεργασία με τον Kiarostami, τη μέθοδο παραγωγής και την προσέγγιση του Kalari. -
British Film Institute — The Wind Will Carry Us
Για τη μέθοδο του Kiarostami, τα γυρίσματα και τη δημιουργική σχέση με τον Kalari. -
The Criterion Collection — The Wind Will Carry Us: Dust to Dust
Για την ταινία, την κινηματογραφική της γλώσσα και τη χρήση του εκτός κάδρου. -
ARRI — ARRIFLEX 35 II C
Για την κάμερα που χρησιμοποιήθηκε στην παραγωγή. -
Forough Farrokhzad — Selected Works
Για την ποιήτρια και το ποίημα από το οποίο προέρχεται ο τίτλος της ταινίας. -
Wikipedia — The Wind Will Carry Us
Για συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την ταινία, την παραγωγή και τα βραβεία. -
Wikipedia — Mahmoud Kalari
Για βιογραφικά στοιχεία και τη φιλμογραφία του διευθυντή φωτογραφίας. -
Wikipedia — A Separation
Για τη μεταγενέστερη διεθνή πορεία του Kalari και τη συνεργασία του με τον Asghar Farhadi.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου