Scorsese και Chapman - Η φωτογραφία του Raging Bull
Martin Scorsese και Michael Chapman – Η βία γυρισμένη ως χορογραφία φωτός
| Ο Martin Scorsese και ο διευθυντής φωτογραφίας Michael Chapman |
Πώς ο Martin Scorsese και ο διευθυντής φωτογραφίας Michael Chapman μετέτρεψαν την πυγμαχία, το ασπρόμαυρο, το φως και την κίνηση σε μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές εικόνες.
Το Raging Bull (1980) δεν είναι απλώς μια ταινία για την πυγμαχία αλλά μια ταινία για τη βία, τη ζήλια, την ενοχή, την αυτοκαταστροφή και την αδυναμία ενός ανθρώπου να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό. Και ένα μεγάλο μέρος αυτής της ψυχολογίας περνά μέσα από την εικόνα.
Ο Martin Scorsese και ο διευθυντής φωτογραφίας Michael Chapman δημιούργησαν ένα ασπρόμαυρο κινηματογραφικό σύμπαν όπου το ρινγκ μετατρέπεται σε σκηνή θεάτρου, η κάμερα μπαίνει μέσα στη μάχη και ο χρόνος μπορεί ξαφνικά να επιβραδυνθεί.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα στυλ φωτογραφίας στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Πώς προέκυψε η συνεργασία του Martin Scorsese με τον Michael Chapman
Πάντως η πρώτη του δουλειά ως διευθυντής φωτογραφίας ήρθε σχεδόν τυχαία, όταν ο Hal Ashby δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει καμία από τις πρώτες του επιλογές για την φωτογραφία του The Last Detail (1973), λόγω συνδικαλιστικών περιορισμών της ανατολικής ακτής.
Ο Chapman αντιμετώπισε την πρώτη του ταινία με τρόμο αντί για αυτοπεποίθηση, επιλέγοντας σκόπιμα να μείνει "αόρατος" και να φωτίσει ελάχιστα πέρα από το φυσικό φως στον χώρο. Δύο χρόνια αργότερα δούλεψε ως χειριστής κάμερας στο Jaws του Steven Spielberg, κολυμπώντας κυριολεκτικά ανάμεσα στα κύματα με την κάμερα στον ώμο, πριν βρεθεί, λίγο μετά, στα χέρια ενός νεαρού σκηνοθέτη που ετοίμαζε μια μικρή, σκοτεινή ταινία για έναν οδηγό ταξί στη Νέα Υόρκη.
Το Taxi Driver (1976) θα του χάριζε τον τίτλο του «ποιητή των δρόμων», έναν χαρακτηρισμό που, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, του ταίριαζε περισσότερο από όσο περίμενε. Ακολούθησε το The Last Waltz (1978), το ντοκιμαντέρ για το τελευταίο live των The Band, όπου ο Chapman ανέλαβε ολόκληρη τη φωτιστική "ενορχήστρωση" μιας θεαματικής σχεδόν οπερικής παραγωγής.
Όταν ο Scorsese, βαθιά απογοητευμένος από την εμπορική αποτυχία του New York, New York, πείστηκε τελικά από τον ίδιο τον Robert De Niro να σκηνοθετήσει τη βιογραφία του πυγμάχου Jake LaMotta, κάλεσε ξανά τον Chapman, μαζί με τον σεναριογράφο Paul Schrader και τη μοντέζ Thelma Schoonmaker, την ίδια ομάδα δηλαδή που είχε δημιουργήσει το Taxi Driver με επιτυχία.
Raging Bull: η φωτογραφία της βίας και της πυγμαχίας
Ο Scorsese δεν ενδιαφερόταν τόσο για την πυγμαχία ως άθλημα αλλά πολύ περισσότερο ήθελε να αποκαλύψει τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα στο ρινγκ.
Ο Jake LaMotta είναι ένας άνθρωπος γεμάτος οργή, ζήλια και αυτοκαταστροφική ενέργεια και η πυγμαχία γίνεται η εξωτερική μορφή αυτής της εσωτερικής βίας.
Για να μεταφέρει αυτή την εσωτερική βία στην οθόνη, ο Chapman απέρριψε ολόκληρη τη γλώσσα του τηλεοπτικού άθλητικού ρεπορτάζ, με τους τηλεφακούς που κρατούν τον θεατή σε ασφαλή απόσταση από το ρινγκ, και αποφάσισε, μαζί με τον σκηνοθέτη, να βάλει την κάμερα μέσα στον ίδιο τον αγωνιστικό χώρο.
Ο Chapman δεν αντιμετώπιζε την κάμερα ως ουδέτερο καταγραφικό εργαλείο. Για εκείνον, η θέση της κάμερας, η κίνηση και η ποιότητα του φωτός έπρεπε να υπηρετούν τη δραματική κατάσταση.
Στο Raging Bull αυτή η προσέγγιση έγινε ακραία. Η κάμερα δεν παρακολουθεί απλώς τον Jake LaMotta αλλά μπαίνει μαζί του στο ρινγκ.
Η Thelma Schoonmaker έχει εξηγήσει ότι ο Scorsese είχε μελετήσει πολλές ταινίες πυγμαχίας και επέμενε η κάμερα να βρίσκεται μέσα στο ρινγκ, παρότι αυτό έκανε τη λήψη εξαιρετικά δύσκολη. Η παρουσία κάμερας και crane ( γερανού δηλαδή ) ανάμεσα στους δύο πυγμάχους και τον διαιτητή έκανε τις σκηνές ιδιαίτερα απαιτητικές.
Η κάμερα μέσα στο ρινγκ
Στις σκηνές της πυγμαχίας, η κάμερα κινείται γύρω από τους πυγμάχους αντί να τους παρατηρεί από απόσταση σχεδόν σαν ένας τρίτος μαχητής.
Ο Chapman χορογραφούσε την κίνησή της με την ίδια ακρίβεια που ένας χορογράφος σχεδιάζει ένα μπαλέτο, προσαρμόζοντάς την στο ρυθμό των ποδιών του De Niro και των αντιπάλων του, ώστε ο θεατής να μη βλέπει απλώς τις γροθιές, αλλά να νιώθει πως βρίσκεται ανάμεσά τους, παγιδευμένος στον ιδρώτα και στην εγγύτητα.
Η κάμερα δηλαδή μπορεί να πλησιάσει, να απομακρυνθεί, να περιστραφεί γύρω από τα σώματα και να αλλάξει ξαφνικά την αίσθηση του χώρου κάνοντάς τον όχι απλά έναν τόπο αγώνα αλλά ένα βαθύ ψυχολογικό πεδίο.
Ευρυγώνιοι και τηλεφακοί: πώς αλλάζει ο χώρος στο Raging Bull
Ένας ευρυγώνιος φακός μπορεί να διαστείλει την απόσταση ανάμεσα στα σώματα και να κάνει το ρινγκ να μοιάζει μεγαλύτερο ή πιο παγωμένο ως χώρο και αλλόκοτο. Ένας τηλεφακός μπορεί αντίθετα να συμπιέσει τον χώρο και να φέρει οπτικά τα σώματα πιο κοντά.
Η πιο ριζοσπαστική τεχνική απόφαση αφορά την ίδια την οπτική γεωμετρία του ρινγκ. Σε στιγμές όπου ο LaMotta αισθάνεται απομονωμένος, ο Chapman χρησιμοποιεί ευρυγώνιους φακούς που τεντώνουν τον χώρο, μετατρέποντας το ρινγκ σε μια απέραντη, σχεδόν έρημη έκταση γύρω από ένα μοναχικό σώμα. Τη στιγμή που ο αντίπαλος γίνεται απειλητικός, η οπτική γωνία αντιστρέφεται και ο τηλεφακός συμπιέζει την απόσταση, φέρνει τον αντίπαλο κυριολεκτικά πάνω στον θεατή, πνιγηρά, ασφυκτικά. Δεν πρόκειται λοιπόν για απλή εναλλαγή φακών αλλά για μια οπτική μετάφραση της ίδιας της διανοητικής κατάστασης του πρωταγωνιστή, που αλλάζει ανάλογα με το πόσο απειλούμενος αισθάνεται.
Slow motion και 48 fps: πώς ο Michael Chapman αλλάζει τον χρόνο
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της φωτογραφίας του Raging Bull είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Chapman χειρίζεται την ταχύτητα της κίνησης.
Ένα χτύπημα που κανονικά θα περνούσε σε κλάσμα του δευτερολέπτου αποκτά διάρκεια. Μια σταγόνα αίμα, ένα φλας ή η κίνηση ενός σώματος μπορούν να παραμείνουν στην οθόνη λίγο περισσότερο απ' όσο θα επέτρεπε η πραγματικότητα.
Η αργή κίνηση δεν λειτουργεί εδώ ως απλό εφέ. Μετατρέπει τη σωματική βία σε υποκειμενική εμπειρία. Ο χρόνος διαστέλλεται ακριβώς τη στιγμή που η ένταση κορυφώνεται.
Ο Chapman έχει εξηγήσει ότι οι περισσότερες πραγματικές στιγμές της πυγμαχίας γυρίζονταν στα 24 καρέ το δευτερόλεπτο. Όταν όμως ο LaMotta απομακρύνεται από τη δράση, αναπνέει στη γωνία ή βρίσκεται σε μια στιγμή ψυχολογικής έντασης, η κάμερα μπορούσε να περάσει στα 48 fps και στη συνέχεια να επιστρέψει στα 24 μέσα στο ίδιο πλάνο. Σε ορισμένες στιγμές χρησιμοποιήθηκαν ακόμη υψηλότερες ταχύτητες, όπως 96 ή 120 fps.
Η δράση λοιπόν μπορεί να είναι πραγματική και ταυτόχρονα να μοιάζει σαν ανάμνηση, εφιάλτης ή παραίσθηση.
Η αργή κίνηση στους τίτλους του Raging Bull
Η επανάληψη των καρέ δίνει στην κίνηση μια ελαφρά διακεκομμένη υφή που τη κάνει να μοιάζει λιγότερο με φυσική επιβράδυνση και περισσότερο με ανάμνηση.
Ο φωτισμός του ρινγκ: σκιές, καπνός και φως
Ο Chapman σχεδιάζει το ρινγκ σαν έναν αυτόνομο φωτεινό χώρο. Η κάμερα πρέπει να μπορεί να κινείται γύρω από τους πυγμάχους χωρίς να χάνει τη φωτιστική της συνέχεια, γι' αυτό και το σύστημα φωτισμού οργανώνεται γύρω από την κίνηση της κάμερας με ένα πλέγμα φωτιστικών ακριβώς πάνω από το ρινγκ.
Ο καπνός κάνει το υπόλοιπο γεμίζει τον χώρο και δίνοντας στο φως υλικότητα. Οι δέσμες γίνονται ορατές, ενώ το φόντο χάνεται σταδιακά μέσα σε ένα φωτεινό, σχεδόν άυλο πέπλο. Το πλήθος παραμένει εκεί, αλλά παύει να έχει την ίδια σημασία ενώ στο κέντρο μένουν μόνο τα δύο σώματα. Ο LaMotta και ο αντίπαλός του.
Το φως δηλαδή δεν παρουσιάζει απλώς τον χώρο αλλά τον απομονώνει από τον πραγματικό κόσμο.
Τα φλας των φωτογράφων και η αισθητική του φωτορεπορτάζ
Ο Chapman είχε δηλώσει ότι η εικόνα βασίστηκε πολύ συγκεκριμένα σε φωτογραφίες του Life Magazine από τη δεκαετία του 1940. Οι αγώνες, όπως τους θυμόταν η γενιά του και ο Scorsese, ήταν συχνά εικόνες παγωμένες από τα φλας των φωτογράφων.
Δηλαδή τα στιγμιαία φλας, οι έντονες αντιθέσεις και οι σκοτεινές περιοχές του κάδρου παραπέμπουν σε μια εποχή όπου η πυγμαχία καταγραφόταν μέσα από φωτογραφίες εφημερίδων και περιοδικών.
Η εικόνα λοιπόν δεν προσπαθεί να εξωραΐσει τη βία αλλά την κάνει πιο απτή. Τα φλας εμφανίζονται σαν στιγμιαίες εκρήξεις, οι φιγούρες απομονώνονται από το σκοτάδι και η δράση μοιάζει να παγώνει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κάνοντάς την σκληρή, άμεση και ακατέργαστη.
Γιατί το Raging Bull γυρίστηκε ασπρόμαυρο
Το ασπρόμαυρο είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη επιλογή της ταινίας. Για τον Chapman, ήταν επίσης μια σχετικά νέα εμπειρία. Ο ίδιος έχει περιγράψει το Raging Bull ως την πρώτη του σημαντική δουλειά στο ασπρόμαυρο και χαρακτήρισε την εμπειρία απελευθερωτική, επειδή το ασπρόμαυρο είναι πιο αφαιρετικό από το χρώμα.
Η επιλογή είχε δύο βασικούς στόχους:
Πρώτον, να θυμίζει την αισθητική του φωτογραφικού ρεπορτάζ και ειδικά τον Weegee. O Weegee με πραγματικό όνομα Arthur - Usher Fellig, ήταν θρυλικός Αμερικανός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ, γνωστός για τις ασπρόμαυρες, ωμές και συχνά σοκαριστικές φωτογραφίες του από σκηνές εγκλημάτων και τη νυχτερινή ζωή στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και του 1940.
Ο Chapman χρησιμοποίησε Eastman Double-X, ένα ασπρόμαυρο αρνητικό φιλμ που ταίριαζε στην τραχιά, φωτογραφική υφή που αναζητούσε η παραγωγή. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα υψηλής αντίθεσης, όπου το δέρμα, ο ιδρώτας, το αίμα και οι σκιές μετατρέπονται σε διαφορετικές τονικές αξίες.
Για το ψεύτικο αίμα ο Chapman, χρησιμοποίησε κόκκινο φίλτρο μπροστά στον φακό, μια επιλογή που δεν ξέπλενε το χρώμα σε διάφανο γκρι, όπως θα συνέβαινε κανονικά, αλλά το σκοτείνιαζε σε ένα πηχτό, σχεδόν πετρελαιοοιδές μαύρο, πολύ πιο δραματικό πάνω στο δέρμα.
Robert De Niro: η σωματική μεταμόρφωση και η αλλαγή της εικόνας
Η σωματική μεταμόρφωση του Robert De Niro είναι κεντρικό στοιχείο του Raging Bull. Ο ηθοποιός απέκτησε μυϊκή μάζα για τις σκηνές της νεότερης ηλικίας του LaMotta και στη συνέχεια πήρε μεγάλο βάρος για να υποδυθεί τον μεγαλύτερο, παρακμασμένο πυγμάχο.
Η φωτογραφία ακολουθεί αυτή τη μεταμόρφωση. Ο νεότερος LaMotta είναι μυώδης, συμπαγής και γεμάτος ενέργεια. Ο μεγαλύτερος LaMotta είναι βαρύς και το σώμα που κάποτε ήταν όπλο έχει γίνει φορτίο.
Η διαφορά δεν προκύπτει μόνο από το φως. Προκύπτει από τη συνολική σχέση σώματος, χώρου και κίνησης της κάμερας.
Από τον αθλητή στον παγιδευμένο άνθρωπο
Στις σκηνές του ρινγκ, η κάμερα κινείται μαζί με τον LaMotta. Η ενέργεια του σώματος μετατρέπεται σε κίνηση της κάμερας.
Όταν όμως η ιστορία μεταφέρεται στα χρόνια της παρακμής του, η κινηματογραφική γλώσσα γίνεται πιο βαριά. Η κίνηση περιορίζεται και οι χώροι μοιάζουν περισσότερο με τόπους εγκλωβισμού παρά με πεδία δράσης.
Ο άνθρωπος που κάποτε κυριαρχούσε μέσα στο ρινγκ δεν μπορεί πλέον να ξεφύγει από το ίδιο του το σώμα. Η φωτογραφία δεν χρειάζεται να το εξηγήσει αλλά το δείχνει. Η εικόνα γίνεται περισσότερο χώρος εγκλωβισμού παρά χώρος δράσης και αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της συνεργασίας Scorsese–Chapman.
Η φωτογραφία δεν περιγράφει απλώς την ιστορία αλλά τη βιώνει.
Τα home movies του Jake LaMotta και η αναζήτηση της αυθεντικότητας
Υπάρχει μια σχεδόν κωμική πλευρά σε όλη αυτή την εμμονή με την ακρίβεια. Οι πραγματικές οικογενειακές ταινίες του LaMotta είχαν διαφορετική, ερασιτεχνική ποιότητα και αποτέλεσαν σημαντική αναφορά για τις αντίστοιχες σκηνές της ταινίας. Η προσπάθεια λοιπόν να αναπαραχθούν αυτές οι οικογενειακές, ερασιτεχνικές σκηνές δημιούργησε ένα παράδοξο πρόβλημα. Οι επαγγελματίες κινηματογραφιστές ήταν υπερβολικά καλοί στο να κινηματογραφούν.
Ο Chapman προσπάθησε να πετύχει επίτηδες ένα αδέξιο κάδρο, αλλά δυσκολεύτηκε να κάνει την εικόνα να μοιάζει πραγματικά ερασιτεχνική. Ο Scorsese αντιμετώπισε παρόμοιο πρόβλημα. Τελικά, ένας άνθρωπος από το συνεργείο κατάφερε να δώσει στις λήψεις αυτήν την ερασιτεχνική ατέλεια που ζητούσε η σκηνή.
Μερικές φορές λοιπόν η αυθεντικότητα δεν βρίσκεται στην τεχνική αρτιότητα αλλά στην ελεγχόμενη ατέλεια.
Οι κινηματογραφικές επιρροές του Martin Scorsese και του Michael Chapman
Η Schoonmaker έχει περιγράψει, μεταξύ άλλων, την επιμονή του Scorsese στη μελέτη της βρετανικής μουσικής-όπερας The Tales of Hoffmann ( 1951 ) για την κίνηση της κάμερας και των σωμάτων μέσα στο κάδρο.
Ο Chapman, από την πλευρά του παρατηρούσε διάφορες φωτογραφίες της πυγμαχίας μέσα από το Life Magazine, τον Weegee κλπ.
Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι αυτές οι επιρροές δεν καταλήγουν σε ένα "ρετρό" στυλ αλλά σε μια συγκεκριμένη οπτική γλώσσα.
Η ταινία μοιάζει να θυμάται μια εποχή που ο θεατής δεν έχει απαραίτητα ζήσει.
Michael Chapman και Raging Bull: βραβεία και διακρίσεις
Το Raging Bull έλαβε οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ στα 53α Academy Awards, μεταξύ των οποίων και υποψηφιότητα για Καλύτερη Φωτογραφία για τον Michael Chapman.
Η ταινία κέρδισε τελικά δύο Όσκαρ, καλύτερου Α΄ Ανδρικού Ρόλου και μοντάζ ενώ το Όσκαρ Φωτογραφίας πήγε τελικά στο Tess, με τους διευθυντές φωτογραφίας Geoffrey Unsworth και Ghislain Cloquet.
Η σημασία της φωτογραφίας του Raging Bull όμως δεν εξαρτάται από το συγκεκριμένο βραβείο.
Το 1999, το Raging Bull συμπεριλήφθηκε στις σημαντικές κινηματογραφικές φωτογραφίες που ανέδειξε το American Cinematographer. Το 2019, η American Society of Cinematographers το κατέταξε έκτο στη λίστα με τις 100 σημαντικότερες κινηματογραφικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα. Ο Chapman είχε επίσης λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ και τιμήθηκε αργότερα με το Lifetime Achievement Award της ASC.
Ο Michael Chapman πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020, σε ηλικία 84 ετών, και ο Scorsese, στη δήλωσή του εκείνες τις μέρες, περιέγραψε τη σχέση του με την κάμερα ως "οικεία, μυστηριώδη, σχεδόν μυστικιστική" και αυτό δεν ήταν υπερβολή. Η φωτογραφία του Raging Bull δεν προσπαθεί ποτέ να δικαιολογήσει τη βία που δείχνει, ούτε να την καταδικάσει ρητά από απόσταση. Την παρουσιάζει ως αυτό που πραγματικά ήταν για τον ίδιο τον LaMotta, την μόνη γλώσσα μέσα στην οποία ένιωθε, έστω και για λίγα λεπτά κάτω από τα φώτα, κάτι σαν εσωτερική ειρήνη.
Γιατί η φωτογραφία του Raging Bull παραμένει σημαντική
Το Raging Bull είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς η φωτογραφία μπορεί να γίνει μέρος της αφήγησης.
Το ασπρόμαυρο δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή αλλά είναι ένας τρόπος να απομακρυνθεί η εικόνα από την κανονική μας πραγματικότητα. Οι φακοί δεν είναι απλώς τεχνικές επιλογές αλλά μεταμορφώνουν τη γεωμετρία του χώρου. Η αργή κίνηση δεν είναι απλώς εφέ αλλά μεταβάλλει την αίσθηση του χρόνου. Το φως δεν είναι απλώς ένας τρόπος να βλέπουμε τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών αλλά επιπλέον μετατρέπει τον αέρα, τον καπνό, τον ιδρώτα και το αίμα σε μέρος της δραματουργίας. Και η κάμερα δεν βρίσκεται εκτός του ρινγκ ως ουδέτερος παρατηρητής αλλά φέρνει τον θεατή πρόσωπο με πρόσωπο με τον αντίπαλο στην μάχη.
Στο Raging Bull λοιπόν, η βία δεν παρουσιάζεται σαν θέαμα αλλά παρουσιάζεται σαν εμπειρία.
Και η μεγάλη κινηματογραφική φωτογραφία δεν εικονογραφεί απλώς μια ιστορία αλλά βρίσκει τον οπτικό τρόπο με τον οποίο η ιστορία πρέπει να βιωθεί.
Γιάννης Κίντζιος
Συχνές ερωτήσεις για το Raging Bull και τη φωτογραφία του Michael Chapman
Ποιος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας του Raging Bull;
Ο διευθυντής φωτογραφίας του Raging Bull ήταν ο Michael Chapman. Είχε προηγουμένως συνεργαστεί με τον Martin Scorsese στο Taxi Driver και στο The Last Waltz.
Γιατί το Raging Bull γυρίστηκε ασπρόμαυρο;
Το ασπρόμαυρο επιλέχθηκε για αισθητικούς και δραματουργικούς λόγους. Ο Chapman ήθελε μια εικόνα που να παραπέμπει στο φωτογραφικό ρεπορτάζ και ειδικά στον Weegee, ενώ το ασπρόμαυρο απέφευγε την πιο γραφική, κυριολεκτική εμφάνιση του αίματος στις σκηνές πυγμαχίας.
Τι φιλμ χρησιμοποίησε ο Michael Chapman στο Raging Bull;
Ο Chapman χρησιμοποίησε Eastman Double-X, ασπρόμαυρο κινηματογραφικό αρνητικό φιλμ.
Σε πόσα fps γυρίστηκαν οι σκηνές του Raging Bull;
Ο Chapman έχει εξηγήσει ότι η κανονική δράση των αγώνων γυριζόταν κυρίως στα 24 fps, ενώ τα 48 fps και ακόμη υψηλότερες ταχύτητες χρησιμοποιούνταν επιλεκτικά για να επιβραδύνουν συγκεκριμένες στιγμές.
Γιατί η κάμερα βρίσκεται μέσα στο ρινγκ;
Ο Scorsese ήθελε οι σκηνές της πυγμαχίας να μην έχουν την απόσταση μιας συμβατικής αθλητικής μετάδοσης. Η κάμερα μπήκε μέσα στο ρινγκ, ώστε η κινηματογράφηση να γίνει μέρος της χορογραφίας των αγώνων.
Ποια ήταν η βασική φωτογραφική επιρροή του Raging Bull;
Μία από τις σημαντικότερες ήταν ο φωτορεπόρτερ Weegee, ενώ ο Chapman έχει αναφέρει επίσης τις μεγάλες φωτογραφίες αγώνων του Life Magazine ως σημαντική αναφορά για την εικόνα της ταινίας.
Τα home movies του Jake LaMotta ήταν πραγματικά;
Όχι. Τα πραγματικά home movies του LaMotta ήταν γυρισμένα σε 16mm. Για την αναπαράστασή τους στην ταινία, όμως, η παραγωγή χρησιμοποίησε 35mm.
Ο Michael Chapman κέρδισε Όσκαρ για το Raging Bull;
Όχι. Ο Chapman ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας για το Raging Bull. Το βραβείο κέρδισαν οι Geoffrey Unsworth και Ghislain Cloquet για το Tess.
Πόσα Όσκαρ κέρδισε το Raging Bull;
Η ταινία κέρδισε δύο Όσκαρ, για τον Robert De Niro και το μοντάζ της Thelma Schoonmaker. Είχε συνολικά οκτώ υποψηφιότητες.
Πόσο σημαντική θεωρείται η φωτογραφία του Raging Bull;
Η American Society of Cinematographers κατέταξε το Raging Bull στη 6η θέση της λίστας με τις 100 σημαντικότερες κινηματογραφικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα.
Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση
American Society of Cinematographers
Η βασικότερη πηγή για τη φωτογραφική προσέγγιση του Raging Bull, το ασπρόμαυρο, το Eastman Double-X και την επιρροή του Weegee.
American Society of Cinematographers — Dreaming in Black-and-White
Η ASC για τις τεχνικές και αισθητικές επιλογές του Michael Chapman.
American Society of Cinematographers — Re-Crafted Noir
Η λίστα της ASC με τις σημαντικότερες κινηματογραφικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα.
American Society of Cinematographers — 100 Milestone Films
Academy of Motion Picture Arts and Sciences
Τα επίσημα στοιχεία των 53ων Academy Awards, συμπεριλαμβανομένης της υποψηφιότητας του Michael Chapman για Cinematography και των δύο βραβείων που κέρδισε η ταινία.
American Film Institute
Filmography και credits του Michael Chapman, συμπεριλαμβανομένων των The Godfather, The Last Detail, The Last Waltz και Raging Bull.
Thelma Schoonmaker — Moving Image Source
Εκτενής συνέντευξη της Thelma Schoonmaker για τη δημιουργία και το μοντάζ του Raging Bull, με σημαντικές πληροφορίες για τις σκηνές πυγμαχίας, τα home movies και τις οπτικές αναφορές του Scorsese.
Moving Image Source — Thelma Schoonmaker on Raging Bull
Michael Chapman — Web of Stories
Προσωπική μαρτυρία του Michael Chapman για τον τρόπο με τον οποίο κινηματογραφήθηκαν οι αγώνες και χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές ταχύτητες λήψης.
Michael Chapman — Web of Stories
Dan Perri — Art of the Title
Μαρτυρία του σχεδιαστή των τίτλων Dan Perri για την ακολουθία έναρξης του Raging Bull και τη χρήση των 48/96 fps.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου